Χρονικα-Διηγηματα

Φεβ. 20, 2017

 

Στη δυτική άκρη της Ιρλανδίας υπάρχει ένας γκρεμός που λίγοι υψοφοβικοί τολμούν να πουν τ’ όνομα του. Κι ακόμα λιγότεροι, μπορεί και κανένας, τολμούν να πλησιάσουν στην άκρη για να κοιτάξουν τον Ατλαντικό.

Ο Τόλκιν σίγουρα τέτοια τοπία είχε στο μυαλό του, παρά εκείνα της Νέας Ζηλανδίας, όταν έγραφε για τη Μέση Γη. Στα γαελικά λέγεται Aillte an Mhothair. Τόλμησα και το είπα, όπως -κάποτε- τόλμησα και να κοιτάξω.

Για να μη φανεί ότι παριστάνω τον Άραγκορν, ενώ στην πραγματικότητα είμαι πιο πολύ χόμπιτ, θα παραδεχτώ ότι πλησίασα στην άκρη του γκρεμού πεσμένος στα τέσσερα. Σαν ζώο τετράποδο, παρά σαν ζώο δίποδο άπτερο κι αχάριστο.

Ακόμα κι έτσι μου ‘ρθε ίλιγγος. Ήταν τόσο ψηλά που αν είχα αυτοκτονικές τάσεις και πηδούσα θα προλάβαινα να μετανιώσω πολύ πριν φτάσω στη θάλασσα.

Όπως σε ταινία, όπου ο αυτόχειρας πρωταγωνιστής κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν του καθώς πέφτει, έτσι κι εγώ -είμαι σίγουρος- θα θυμόμουν τι ωραία που είναι να ζεις-να τρως-να κοιμάσαι-να ερωτεύεσαι-να κάνεις σεξ-να παίζεις μουσική-να γράφεις-ακόμα και να δουλεύεις, και θα ‘λεγα λίγο πριν γίνω ένα με τη θάλασσα και το μηδέν τα τελευταία μου λόγια.

(Τα τελευταία μου λόγια θα ήταν: «My goodness my guinness». Και τα είχα πει λίγες ώρες πριν, έξω απ’ τη παμπ, διαβάζοντας φωναχτά μια διαφημιστική αφίσα της Guinness, όπου ένας μουστακαλής τρέχει για να σώσει τη γκίνες του από ένα λιοντάρι. Με είχε ακούσει κάποιος γέρος με πρησμένη μύτη κι είχε υψώσει το ποτήρι του.

Για να ‘ναι τα τελευταία σου λόγια πρέπει κάποιος να σ’ ακούσει, αλλιώς το δέντρο πέφτει χωρίς να κάνει θόρυβο.)

~~

Δεν πήδηξα. Είχα καλύτερα πράγματα να κάνω, ακόμα κι αν μετάνιωνα γι’ αυτά. Οπισθοχώρησα (στα τέσσερα πάντα) στην ασφάλεια του εδάφους χωρίς γκρεμούς, πήρα το σακίδιο μου και τα μουσικά μου όργανα και ξεκίνησα για το χωριό, όπου νοίκιαζα το κρεβάτι μου.

Στη διαδρομή έβγαλα τo feadog (ή αλλιώς penny whistler) για να παίξω. Είναι μια χάλκινη φλογέρα, της οποίας ο ήχος ταιριάζει τόσο στα λιβάδια της Ιρλανδίας. Στα πρόβατα δεν κάνει καμία εντύπωση, αλλά οι αγελάδες μαγεύονταν όταν με άκουγαν.

Κάπως έτσι, στα είκοσι πέντε μου χρόνια, χωρίς τελευταία λόγια, με το feadog και μερικές αγελάδες να με ακολουθούν, έφτασα στο μικρό χωριό, που μάλλον δεν ήταν τίποτα άλλο από οικισμός.

Υπήρχε ένα hostel, ένα μίνι μάρκετ, είκοσι σπίτια, μια εκκλησία και δυο παμπ.

Έκατσα στην παμπ όπου είδα κόσμο. Στην άλλη δεν καθόταν κανείς. Μάλλον επειδή ήταν μονή μέρα. (Τις ζυγές μέρες κάθονταν απέναντι). Παρήγγειλα χοιρινό με λάχανο, το δεύτερο παραδοσιακό φαγητό των Ιρλανδών, μετά τις πατάτες. Και μια πίντα Guinness.

~~

Ας κάνουμε μια μικρή διευκρίνιση: Η Guinness δεν είναι μπύρα.

Το να συγκρίνεις την γκίνες με τα λαγκεροειδή κατασκευάσματα από βύνη είναι σαν να συγκρίνεις το σεξ με τον αυνανισμό.
Σαν να συγκρίνεις τη θάλασσα του Αιγαίου με την πισίνα.
Σαν να συγκρίνεις τον κινηματογράφο με την τηλεόραση.
Σαν να συγκρίνεις τον Ντάνιελ Ντέι Λούις με …κάποιο… ηθοποιό της σαπουνόπερας.
Σαν να συγκρίνεις τα σμυρνέικα σουτζουκάκια με τα κατεψυγμένα μπιφτέκια του σούπερ.
Σαν να συγκρίνεις τον Jim Morrisson με τον Justin Bieber.
Σαν να συγκρίνεις τον Αλιέντε με τον Τσίπρα.

Και μια δεύτερη διευκρίνιση: Η sui generis Guinness δεν χωράει σε μπουκάλι.

Πρέπει να βγει απ’ το βαρέλι σε ζεστό ποτήρι. Η μισή. Να περιμένεις και να σε περιμένει, μέχρι να κάτσει, αρκετά λεπτά. Κι έπειτα να γεμίσει το ποτήρι σου.

Την πρώτη Guinness της ζωής μου την ήπια στο Δουβλίνο, στην παμπ που είχε το όνομα του Τζέιμς Τζόυς, απέναντι απ’ το θρυλικό Ταχυδρομείο, όπου ακόμα μπορείς να δεις τα σημάδια απ’ τις σφαίρες, από τότε που οι Ιρλανδοί έκαναν την επανάσταση τους.

Έξω απ’ το Ταχυδρομείο είχα ακούσει έναν πλανόδιο μουσικό να παίζει feadog. Λένε οι Ιρλανδοί: «Αν πετάξεις μια πέτρα σε μια ιρλανδέζικη παμπ θα πετύχεις έναν ποιητή». Κι αν ρίξεις μια σφαίρα θα πετύχεις έναν μουσικό.

~~

Έφαγα, κι ήπια δυο πίντες. Δεν είχε μουσική.

Στην τηλεόραση έδειχνε μια εκπομπή απ’ το Γκάλγουει, όπου προσπαθούν να επαναφέρουν την προγονική τους γλώσσα, τα γαελικά. Χιμαιρική προσπάθεια. Οι κατακτητές Άγγλοι επέβαλαν τη μιλιά τους, πολιτισμικά: Στα αγγλικά είχε γράψει ο Σαίξπηρ. Στα γαελικά δεν είχε γράψει κανείς.
Οι Ρωμαίοι κι οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να κάνουν το ίδιο στους Έλληνες. Πώς να υπερκεράσεις τη γλώσσα του Ομήρου, του Πλάτωνα και του Ευριπίδη;

Οι Ιρλανδοί ποιητές προσαρμόστηκαν στη νέα γλώσσα, την έκαναν δική τους, την τίμησαν, τη βελτίωσαν. Οι νοσταλγοί προσπαθούν να νεκραναστήσουν την άλλη, την παλιά. Δεν πρόκειται να συμβεί. Η γλώσσα ενός λαού είναι πάντα εκείνη που μιλάει.

~~

Η δημογραφία της παμπ: Δέκα γυναίκες κι οκτώ άντρες. Από τριάντα ως εξήντα. Όλοι πίνουν guinness. Υπάρχουν και δυο γιαγιάδες, στρόγγυλες με κόκκινα μάγουλα, με το ποτήρι της μαύρης μπύρας μισοάδειο μπροστά τους.

Η μόνη εξαίρεση στον κανόνα της μπύρας είναι τρεις νεαροί που κάθονται λίγο παραδίπλα. Αυτοί έχουν μεταγγίσει το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού με κόκκινο κρασί σε μια κανάτα, για ν’ αναπνεύσει μάλλον, και πίνουν επιδεικτικά το ακριβό ποτό τους, σε κολωνάτα ποτήρια. Θα τους έλεγα χίπστερ, αλλά δεν υπήρχε ακόμα αυτός ο όρος. Τότε μάλλον τους είχα χαρακτηρίσει ξενέρωτους σνομπ.

~~

Γράφω στο ημερολόγιο μου, πίνω ακόμα δυο πίντες, τρώω πατάτες με ξύδι (το λεμόνι είναι τροπικό φρούτο στην Ιρλανδία). Και νυχτώνει.

Κάποια στιγμή ο μπάρμαν ειδοποιεί ότι το μαγαζί κλείνει. Σηκώνομαι, βαρύς απ’ το ποτό και το άμυλο, για να γυρίσω στο κρεβάτι μου. Καθώς βάζω την κιθάρα στον ώμο κάποιος τη βλέπει και φωνάζει: «Hey, lad, come in and play a tune».

«Αφού κλείνει η παμπ», του λέω.
Όλοι γελάνε.
«Η παμπ κλείνει», μου λέει αυτός που με φώναξε. «Εμείς δεν κλείνουμε».
Πάλι γέλια.

Η σερβιτόρα πληρώνεται απ’ τους χίπστερ και τους συνοδεύει στην έξοδο, σχεδόν εκβιαστικά. Έπειτα κλειδώνει την πόρτα και γυρνάει την ταμπέλα, κάνοντας το open closed.

Μου λένε να τους ακολουθήσω. Πηγαίνουμε σ’ ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα, πίσω απ’ τη παμπ. Έχει και τζάκι, μάλλον περνούν πολλές ώρες εκεί τον χειμώνα. Με κερνάνε άλλη μια πίντα. Το δωμάτιο γεμίζει, παράνομους πελάτες.

~~

Παρανομία. Είναι χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας. Το κράτος, η εκάστοτε εξουσία, βάζει κάποιους νόμους. Οι άνθρωποι παρανομούν, κάνουν αυτό που θέλουν να κάνουν. Δεν είναι ιρλανδέζικη ιδιότητα, ούτε ελληνικό χαρακτηριστικό, όπως νομίζουν οι εθνοκεντριστές.

Παντού, σ’ όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι παρανομούν. Γιατί οι νόμοι είναι συχνά βλακώδεις, άλλες φορές αφύσικοι, τις περισσότερες φορές ενάντια στη ζωή των πολλών-φτωχών-ασήμαντων.

Είναι μια διαδικασία πολεμική κι εξελικτική, όπως εξελίσσονται τα θωρακισμένα και τα βλήματα που τρυπούν τη θωράκιση. Η εξουσία προσπαθεί να προστατέψει τα δικαιώματα των λίγων και ισχυρών, είτε βασιλιάδες είναι, είτε τραπεζίτες, είτε δισεκατομμυριούχοι.

Στήνει σύνορα, θέτει απαγορεύσεις, ορίζει μισθούς και συντάξεις στο όριο της πείνας. Αυτή είναι η θωράκιση. Οι άνθρωποι, εμείς τα βλήματα, εξελισσόμαστε παράλληλα, για να καταφέρουμε να επιβιώσουμε.

Οι νόμοι φτιάχνονται για να παρανομήσουμε. Οι φράχτες για να τους πηδήσουμε. Τα σύνορα για να τα καταργήσουμε. Τα συστήματα ασφαλείας για να τα χακάρουμε. Οι κανόνες για να τους αγνοήσουμε και τα όρια για να τα ξεπεράσουμε. Αυτή είναι η φύση του ανθρώπου.

Δεν είμαστε ρομπότ, ν’ ακολουθούμε τους τρεις νόμους του Ασίμωφ.

Ο μόνος ανθρώπινος «νόμος» είναι: Θα κάνω τα πάντα για να επιβιώσω, θα κάνω τα πάντα για να ζήσω, θα κάνω τα πάντα για να απολαύσω.

Πρώτα παλεύεις για την επιβίωση, μετά για να ζεις ως άνθρωπος, και τέλος για ν’ απολαύσεις. Οι νόμοι, όταν δεν μας ωφελούν, είναι μόνο εμπόδια που θα βρούμε έναν τρόπο να τα ξεπεράσουμε.

~~

Με κερνάνε άλλη μια πίντα και μου λένε να παίξω. Ξεκινάω το «A Hard Rain’s A-Gonna Fall» του Ντίλαν, ίσως το πιο ποιητικό του κομμάτι. «Oh, where have you been, my blue-eyed son?»

Όταν τελειώνω μου λένε να παίξω κάτι ελληνικό. Παραδόξως, αντί για Σιδηρόπουλο ή Τρύπες, τους παίζω κάτι που μου ‘ρχεται αυθόρμητα. «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι». Με ακούνε πιο προσεχτικά, παρότι δεν καταλαβαίνουν τι τραγουδώ. Στο τέλος χειροκροτάνε και κάποια γυναίκα λέει: «It’s so sad!»

«Είναι», της λέω.
«Για ποιο πράγμα μιλάει;»
«Για τον έρωτα… Την προδοσία.»
«Ναι, αυτό πάντα προκαλεί θλίψη.»

Έπειτα ζητάει την κιθάρα ένας νεαρός με χέρια φτυάρια. (Τώρα γράφω νεαρός, τότε μου είχε φανεί μεγάλος, σχεδόν τριάντα.) Του προτείνω την πένα. Λέει ότι δεν τη χρειάζεται. Σκέφτομαι ότι θα μαζεύω τις χορδές απ’ το πάτωμα, σαν τα δόντια αρχάριου πυγμάχου.

Ξεκινάει να παίζει μια ιρλανδέζικη μπαλάντα. Είναι μονότονη και απλή, σαν ρεμπέτικο τραγούδι. Τρία ακόρντα όλα κι όλα. Τα δάχτυλα του, σκληρόπετσα και νευρώδη, αγγίζουν τις χορδές σαν να ‘ναι κλειτορίδα. Και κάνουν την κιθάρα να πάλλεται ηδονικά.

Η φωνή του είναι βαριά σαν του Nick Cave. Σχεδόν μια οκτάβα κάτω απ’ τη δική μου. Το τραγούδι μιλάει για κάποιον άντρα που αφήνει το σπίτι του και την αγαπημένη του, που φεύγει μακριά «απ’ το λιβάδι όπου συναντηθήκαμε για πρώτη φορά», μακριά κι απ’ το ρυάκι, μακριά απ’ το χώμα όπου είναι θαμμένη η μάνα του, μακριά απ’ το κελάηδημα κάποιου πουλιού (κοτσύφι, τσίχλα, αηδόνι, δεν θυμάμαι τι ήταν).

Αλλά υπόσχεται, πως όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο μακριά κι αν πάει, ποτέ δεν θα ξεχάσει «το λιβάδι όπου συναντηθήκαμε για πρώτη φορά», κι ότι θα γυρίσει, θα γυρίσει, ακόμα κι αν έχει πεθάνει, θα γυρίσει.

~~

Σαν τελειώνει όλοι είναι δακρυσμένοι. Κι εγώ νιώθω το ίδιο. Ο αγρότης τροβαδούρος μου δίνει την κιθάρα για να συνεχίσω. Πώς να παίξω μετά απ’ αυτό; Την κρατάω ανάμεσα στα πόδια και τραγουδάω, a capella και κακότεχνα, χωρίς μπουζούκι, μια στροφή:

«Συννεφιασμένη Κυριακή,
μοιάζεις με την καρδιά μου
που έχει πάντα συννεφιά,
Χριστέ και Παναγιά μου.»

Μια γυναίκα κάνει το σταυρό της με τον καθολικό τρόπο. Έπειτα μια άλλη ξεκινάει να τραγουδάει κάτι που μοιάζει με ινδιάνικο τραγούδι. Σηκώνονται όλοι όρθιοι και τραγουδούν, με ευλάβεια και συγκίνηση. Τους ακούω, μόνο ακούω. Ο μόνος Έλληνας, ο μόνος ξένος, ανάμεσα σε κέλτες. Δεν καταλαβαίνω τους στίχους, δεν καταλαβαίνω τι λένε, ούτε και θυμάμαι.

Όμως, χρόνια μετά, βλέπω τον «άνεμο να χορεύει το κριθάρι». Κι εκπλήσσομαι, πετιέμαι όρθιος, όταν ακούω εκείνο το ινδιάνικο κέλτικο τραγούδι: Óró, sé do bheatha ‘bhaile

Μου κάνει εντύπωση η δυναμικότητα των γυναικών, ακόμα και των γιαγιάδων. Δεν στέκονται απόμερα, ακούγοντας υπομονετικά τους άντρες, πίνοντας λεμονάδα. Είναι ισότιμες. Ή -μάλλον- μοιάζουν να κυριαρχούν στο χώρο.

Σε κανένα καφενείο χωριού της Ελλάδας δεν είχα δει κάτι παρόμοιο. Οι γυναίκες ίσως να είχαν δύναμη μέσα στο σπίτι, αλλά έξω δεν υπήρχαν. Δεν θυμάμαι ποτέ, πραγματικά ποτέ, τη γιαγιά μου να βγαίνει στο καφενείο για να πιει ένα ποτήρι κρασί.

Οι γυναίκες ήταν αποκλεισμένες απ’ την ελληνική επαρχιώτικη κοινωνία, καθόλου διακριτικά.

Το λέω στους Ιρλανδούς. Ένας άντρας γελάει.

«Οι γυναίκες κάνουν κουμάντο στην Ιρλανδία», μου λέει. «Το μόνο πράγμα που οι άντρες καταφέρνουν καλύτερα απ’ τις γυναίκες είναι… το πιοτό».
«Και γι’ αυτό δεν θα ‘βαζα στοίχημα», του απαντά μια γεροδεμένη πενηντάρα κι αδειάζει μονορούφι τη γκίνες της. «Βάλε άλλη μια γύρα στις γυναίκες, Σήμους!», φωνάζει.

Πάλι γέλια. Πάλι τραγούδια.

Τους παρατηρώ και τους θαυμάζω, σχεδόν τους αγαπώ. Αν δεν ήμουν Έλληνας θα ήθελα να ήμουν Ιρλανδός. Δεν ξέρω αν είναι η κέλτικη παράδοση ή η σύγχρονη ιστορία, με τους λιμούς και τις επαναστάσεις, που έκανε αυτούς τους ανθρώπους τόσο… Ιρλανδούς.

Σίγουρα δεν είναι μόνο δική μου εντύπωση. Λίγες μέρες μετά, στα νησιά Άραν, μια Ισπανίδα που γνώρισα εκεί θα έβλεπε τους Ιρλανδούς, άντρες και γυναίκες, να χορεύουν και να πίνουν και θα μου ‘λεγε, θαυμάζοντας κι εκείνη: «Δεν έχω δει κάτι παρόμοιο στην Ισπανία!»

Οι Ιρλανδοί είναι πιο μεσογειακοί απ’ τους μεσογειακούς. Μ’ έναν δικό τους τρόπο, κέλτικο.

~~

Τις ημέρες που γράφω αυτό το κείμενο, βάζω να ξαναδώ την ταινία του Κεν Λόουτς. Το μίσος για τους κατακτητές Άγγλους είναι το πρώτο συναίσθημα, καθολικό.

Όμως, εκεί που στοχεύει περισσότερο ο Λόουτς, είναι πως όταν φεύγουν οι κατακτητές αρχίζει ο εμφύλιος. Οι μεγαλοκτηματίες, οι τοκογλύφοι, οι δωσίλογοι συνεχίζουν να κυβερνούν.

Κι οι άνθρωποι που πολέμησαν για την ανεξαρτησία, σκοτώνονται αναμεταξύ τους, αδελφός εναντίον αδελφού, όπως έγινε και στην Ελλάδα, όπως έγινε και στην Ισπανία, όπως έγινε και στην Ινδία, όπως έγινε και γίνεται σε κάθε τόπο, σε κάθε εποχή.

Σύμβολο της ταινίας μια υπέργηρη, που της καίνε το σπίτι οι Άγγλοι, της το καίνε μετά κι οι Ιρλανδοί. Κι όταν η κόρη της λέει να φύγουν για να σωθούν, εκείνη αρνείται.

«Πέρασα τον μεγάλο λιμό», της λέει, «πέρασα πολέμους κι επαναστάσεις. Έθαψα εδώ τους γονείς μου, τ’ αδέλφια μου, τον άντρα μου, τον γιο μου. Δεν φεύγω, αυτό είναι το σπίτι μου, αυτή είναι η γη μου, εδώ θα με θάψουν.»

Αυτή η γιαγιά είναι η Ιρλανδία.

~~

Δεν θυμάμαι πώς έφυγα από κείνη την παμπ, λίγα χιλιόμετρα απ’ τους γκρεμούς του Μόχερ, πώς κατάφερα να φτάσω στο κρεβάτι που νοίκιαζα.

Αυτό που θυμάμαι είναι αυτό που έμαθα και κουβαλάω: Οι άνθρωποι σ’ όλη τη γη είναι σχεδόν ίδιοι. Διαφορετικοί στις διαφορές τους, αλλά παρόμοιοι στις ομοιότητες τους.

Μια κλίμακα μινόρε είναι πάντα θλιμμένη, με όποιο όργανο κι αν την παίξεις, σε όποια γλώσσα και να τραγουδήσεις. Κι η ζωή όλων μας, πάντα περιέχει ένα μινόρε, όσο προσεκτικά κι αν το κρύψεις, πάντα θα είναι εκεί.

Όμως, πέρα απ’ τα μινόρε, πέρα απ’ τη θλίψη, πέρα απ’ τις δυσκολίες, πέρα απ’ τις κακουχίες και τους γκρεμούς, υπάρχει μια γη κοινή για όλους.

Όχι όταν ξεχνάνε τις διαφορές τους, παρά μόνο όταν τις αγαπάνε και τις προβάλλουν, κι όταν όλοι γίνονται παρέα. Αυτός είναι ο παράδεισος, αυτή είναι κι η κόλαση, η γη μας, η ζωή μας.

Όταν όλοι μαζί πίνουμε γκίνες και τραγουδάμε τα τραγούδια μας, άντρες και γυναίκες, κέλτες κι έλληνες, κοκκινομούρηδες και μαυριδεροί. Και δακρύζουμε μ’ αυτά που θυμόμαστε και γελάμε μ’ αυτά που ζούμε.

Δεν ξέρω αν θα προλάβουμε να δούμε τον παράδεισο στη Γη, πριν να την κάνουμε κόλαση. Αλλά χαίρομαι που τυχαία κατάφερα να τη ζήσω αυτή την κατάσταση, αυτό το πώς-θα-ήταν-ο-κόσμος-μας-αν…

Έστω κάποιες φορές, λίγες, όπως εκείνο το βράδυ, στο παράνομο δωμάτιο μιας παμπ, κοντά στους γκρεμούς του Μόχερ, όπου ο άνεμος κάνει το κριθάρι να χορεύει.

πηγη## sanejoker

ΑΝΑΠΟΔΑ

Ιαν. 6, 2015

«Από πού πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;» – Μια συγκλονιστική αποτίμηση της προσωπικής του στάσης

Ο Δημήτρης Ψαθάς έζησε από πρώτο χέρι τη Δεκεμβριανή σύγκρουση. Σαν σήμερα, πριν 70 χρόνια έπεφταν οι τελευταίες τουφεκιές καθώς ο ΕΛΑΣ αποσυρόταν λαβωμένος από την Αθήνα. Η εμπειρία του Ψαθά αναφέρεται στην 4η Δεκεμβρίου 1944, ο τόπος είναι η Αθήνα και κατά πάσα πιθανότητα το Παγκράτι.

Ο Ψαθάς ήταν ΕΑΜικός1 δημοσιογράφος (πράγμα που είναι ελάχιστα γνωστό) και έγραψε το εκπληκτικό αυτό χρονογράφημα, σε μεταγενέστερο χρόνο. Αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο στις 15 Δεκεμβρίου 2014 (mao.gr, paskelarcomei.blogspot.co, greki-gr.blogspot.com απ΄ όπου το αντιγράφω) με την εσφαλμένη παραδοχή πως γράφτηκε στις 4 Δεκεμβρίου επειδή κάπου λέει «η πραγματικότητα σήμερα, 4 Δεκεμβρίου του έτους 1944, τρέχει πολύ γρηγορότερα».

Ο Ψαθάς επέλεξε τον ιστορικό ενεστώτα για να προσδώσει στο κείμενο του ζωντάνια και δράση. Όμως είναι σαφές πως το έγραψε αργότερα, αφού στην κατακλείδα σημειώνει: «Πολλές φορές έκατσα και σκέφτηκα επάνω στον Δεκέμβρη αν ήταν ένα σφάλμα, όμως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω».

Στη θύελλα που ακολούθησε, ο Ψαθάς ακολούθησε τα βήματα των πολλών. Απομακρύνθηκε από το ΕΑΜ. Ανασύρω το φύλλο της «Λαοκρατίας» της Παρασκευής 1η Δεκεμβρίου 1944 – μόλις δύο μέρες πριν την έκρηξη των συγκρούσεων – όπου στην πρώτη σελίδα υπάρχει χρονογράφημα του με τίτλο «Ο έξυπνος». Φέρνω στη μνήμη μου (και αναζητώ ακόμη στο αρχείο μου) την τελευταία συνεργασία του σε ΕΑΜική εφημερίδα που συμπίπτει χρονικά περίπου με τη συμφωνία της Βάρκιζας.

Fotor0105144649

Η πρώτη σελίδα της «Λαοκρατίας» της 1ης Δεκεμβρίου 1944, δυο μέρες πριν από την επίθεση στο Σύνταγμα. Δεξιά, απόσπασμ από το χρονογράφημα του Δ. Ψαθά με τίτλο «Ο έξυπνος».

 

 Μετά τράβηξε το δικό του δρόμο. Αναδείχτηκε σε κορυφαία υπογραφή στη ναυαρχίδα του καθεστωτικού Τύπου (Συγκρότημα Λαμπράκη), στο Θέατρο2, στο Βιβλίο3, στο Σινεμά4.

Όμως ο «Δεκέμβρης» επανέρχεται στη μνήμη του και τον τριβελίζει. Και τον ρωτά «Τι έκανες εσύ, ο ΕΑΜίτης;». Και ο Ψαθάς δεν διστάζει να απαντήσει, λογοτεχνικά. Με ένα κρεσέντο, που κλιμακώνει μαεστρικά, από «ουδέτερος» νυκοκυραίος (sic), που δέχεται «εισβολή» ΕΛΑΣιτών στο σπίτι του, μεταβάλλεται σε έναν τρομαγμένο συμπαθούντα που όμως δεν αποτολμά να πάρει το ντουφέκι. Και το ομολογεί με παρρησία ο ίδιος.

Πόση γενναιότητα άραγε θέλει για να παραδεχτεί κάποιος πως δείλιασε την κρίσιμη στιγμή προκειμένου να σώσει την οικογένεια του; Πως δεν τα πάει καλά με τα όπλα. Πως όπλο του είναι η πένα του. Η πένα του με την οποία έβγαλε όλη την περιφρόνηση του για τον δωσιλογισμό του «Φον Δημητράκη» 5.

Απολαύστε το θαυμάσιο αυτό κείμενο, του οποίου τήρησα την ορθογραφία της εποχής.

*****

ΤΑΡΑΤΣΕΝ ΠΑΡΤΙ

Η μέρα είναι λαμπρή. Κάτω απ’ το σπίτι μου συμβαίνουν πράγματα περίεργα. Στέκομαι στο παράθυρο και βλέπω πολλά παιδιά με όπλα κι έναν που φαίνεται να είναι αρχηγός τους να τους λέη:

Ακούστε συναγωνιστές. Εσείς θα ακροβολιστήτε εδώ. Εσείς οι άλλοι θ’ ακροβολιστείτε εκεί. Εσείς οι δέκα πιάστε αμέσως εκείνη την ταράτσα. Αν οι Εγγλέζοι δεν χτυπήσουν, δεν θα ρίξετε. Αν σας χτυπήσουν, βαράτε στο ψαχνό. Μπρος! Πάρτε πυρομαχικά!

Ένα αυτοκίνητο έφτασε κάτω απ’ το μπαλκόνι μου κι αδειάζει κάσσες πυρομαχικά. Εν τάξει. Ο αρχηγός δείχνει με το δάχτυλό του την δική μου την ταράτσα κι εξηγεί στα παιδιά πώς πρέπει να ταμπουρωθούν. Βλέπω που τον ακούνε και παίρνουν πυρομαχικά. Αρχίζω να μην αισθάνωμαι καλά γιατί απ’ όσα αντιλαμβάνομαι πρόκειται να συμβούν τα εξής ευχάριστα: Σε πέντε λεπτά θα έχω πάνω απ’ το κεφάλι μου μια ομάδα με ντουφέκια, μ’ ένα πολυβόλο και άλλα ανάλογα. Ο Θεός είχε την καλωσύνη να με πλουτίση με φαντασία που αστραπιαία αρχίζει να καλπάζη στα ωραία γεγονότα που σίγουρα θ’ ακολουθήσουν. Επάνω στην ταράτσα μου το πολυβόλο των ελασιτών.

Απέναντι στον δρόμο το τανκ των Εγγλέζων. Θα κελαϊδά το πολυβόλο απ’ την ταράτσα και θ’ απαντά το τανκ από τον δρόμο. Ανάμεσα, λοιπόν, σ’ αυτόν τον συναρπαστικό διάλογο θα είμαι εγώ ο ευτυχής ακροατής ν’ απολαμβάνω και να χαίρομαι. Βροντά η πόρτα.

Ποιος είναι;

Άνοιξε, συναγωνιστής.

Αμέσως.

Τσακίζομαι ν’ ανοίξω και βλέπω μ’ ευχαρίστηση ότι η φαντασία μου και η πραγματικότητα είναι δύο πράμματα που δεν υπερβάλλουνε πολύ το ένα τ’ άλλο. Ίσα-ίσα, που η πραγματικότητα σήμερα, 4 Δεκεμβρίου του έτους 1944, τρέχει πολύ γρηγορότερα κι’ εγγίζει περιοχές όπου η φαντασία μου στέκεται μουδιασμένη. Δέκα ντουφέκια, ένα πολυβόλο, μια κάσα πυρομαχικά κι ένα καλάθι με χειροβομβίδες είναι οι επισκέπτες μου που τους καλωσορίζω με παγωμένα μειδιάματα.

Από πού πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;

Από δω, συναγωνιστή.

Ποιος κάθεται στο σπίτι, συναγωνιστή;

Στο σπίτι κάθομαι εγώ και η ευτυχισμένη οικογένειά μου που εσχημάτισε απορημένο ημικύκλιο από πίσω μου και παρακολουθά με ζωηρό ενδιαφέρον. Οπλίζομαι μ’ όλο το απόθεμα της ευγένειας που ήταν δυνατό να διαθέτω και ρωτώ τα ντουφέκια μήπως τυχόν καμιά γειτονική ταράτσα θα τους εβόλευε καλύτερα. Γι’ απάντηση ακούγονται γκραγκ και γκρουγκ τα βήματα των συναγωνιστών που ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα του σπιτιού προς την ταράτσα. Σωπαίνω αξιοπρεπώς και παρακολουθώ. Να την που ανέβαινε κι η κάσσα με τα πυρομαχικά. Να το που ανεβαίνει και το καλάθι με τις χειροβομβίδες. Δεν μένει τίποτε άλλο για να ολοκληρώση την ευτυχία μου παρά το τανκ να ’ρθή απέναντι και να αρχίσει η συναρπαστική στιχομυθία. Ωραία. Πάντως όλα αυτά δεν βοηθούν καθόλου να μου στρώσουν το κέφι που δεν νοιώθω να βρίσκεται σε ανθηρή κατάσταση.

Η λατρευτή μου σύζυγος έχει αποκτήσει μια συμπαθητική χλωμάδα που της δίνει στο πρόσωπο μια απέραντη ευγένεια. Την θαυμάζω. Αλλά κι εκείνη φαίνεται έχει σοβαρούς λόγους να με θαυμάζει περισσότερο.

Μου φαίνεσαι λίγο χλωμός.

Περίεργο!

Τι πρόκειται να γίνη τώρα;

Τώρα, αγαπητή μου, αν αντιλαμβάνομαι καλά θα γίνουν μέσα στο σπίτι μας πράμματα σπουδαία. Κατά πάσαν πιθανότητα, θα έχωμε επισκέπτες που μπαίνουν απ’ τους τοίχους.

Πώς δηλαδή;

Τους τρυπάνε λιγάκι απρεπώς.

Τι θέλεις να πης;

Θέλω να πω ότι οι επισκέπτες αυτοί στην αντικειμενική γλώσσα λέγονται οβίδες. Στην υποκειμενική όμως γλώσσα των ανθρώπων λέγονται λαχτάρα. Αν μείνωμε στα μπροστινά δωμάτια, δεν θα προφτάσουμε να τους δεχτούμε, γιατί θ’ αναληφθούμε κι’ οι δυο μας στους ουρανούς. Αν πάμε στα παραπίσω δωμάτια, δεν είναι καθόλου απίθανο να επιμείνουν να φτάσουν ώς εκεί. Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανότητα. Να βάλουν κάτω απ’ την ευτυχισμένη στέγη μας ένα ωραίο πράμμα που το λένε δυναμίτιδα. Τότε εγώ και εσύ, λατρευτή μου, δεν θα έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε αυτό το αναπάντεχο ελληνοαγγλικό ματς που παρακολουθά τούτη τη στιγμή ολόκληρη η οικουμένη.

Και τι θα γίνη λοιπόν;

Εσύ τι λες να γίνη;

Είσαι ο αρχηγός της οικογένειας. Περιμένω τις αποφάσεις σου. Πάντως χωρίς να θέλω το παράπαν να σε θίξω, νομίζω πως δεν είσαι ενθουσιασμένος απ’ την όλη κατάσταση καθώς διαμορφώθηκε. Δύο λύσεις υπάρχουν. Πρώτον, αν θέλης ν’ ανέβης στην ταράτσα, να πάρης κι εσύ κανένα όπλο. Αν δεν το προτιμάς αυτό, τότε πρέπει να άρης τον κράββατόν μας και να φύγουμε απ’ το σπίτι μας το γρηγορώτερο.

Η λατρευτή μου σύζυγος μου έθεσε το πρόβλημα πολύ ρεαλιστικά, όπως το απαιτούσε η στιγμή. Το όπλο ή τον κράββατον. Ανασκαλεύω τις αναμνήσεις μου να δω μήπως τυχόν ποτέ το όπλο περιλαμβανόταν στον κύκλο των αδυναμιών μου. Όχι μονάχα δεν το βρίσκω αλλά και νοιώθω ένα ελαφρό ρίγος να διατρέχη το κορμί μου, που προσπαθώ να κρύψω για λόγους ευνόητης αξιοπρέπειας. Άξαφνα απ’ την ταράτσα μου ακούεται τραγούδι:

Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα

το δίκηο και τη λευτεριά!…

Τεντώνω το αυτί. Τραγουδάνε! Υπολογίζω ότι ο θάνατος μπορεί να βρίσκεται στον δρόμο και με πιάνει μια ακατάσχετη βιασύνη.

Τον κράββατον, λατρευτή μου!

Μπρος, λοιπόν.

Να σου εξηγήσω το γιατί.

Περιττό, αγαπητέ μου.

Το χω παράπονο από την λατρευτήν μου σύζυγο ότι ποτέ δεν μου επέτρεψε να της εξηγήσω γιατί την μεγάλην εκείνη ώρα κατέληξα σ’ αυτές τις αποφάσεις. Το ν’ αρπάω ένα ντουφέκι και να χτυπηθώ με την αγγλική αυτοκρατορία μού φάνηκε τόσο τερατώδες εκείνη τη στιγμή, ώστε θα ’πρεπε να κάτσω έναν αιώνα να το συζητώ για να το χωνέψω απλώς. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες του σπιτιού μου, βλέπω ένα παιδί ξυπόλητο, είκοσι ετών, ν’ ανεβαίνη πηδώντας μ’ ένα κουμπουροντούφεκο στο χέρι.

Πούθε πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;

Από δω, συναγωνιστή.

Ευχαριστώ πολύ.

Κι’ ανεβαίνει την ανεμόσκαλα σφυρώντας «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα».

Πολλές φορές έκατσα και σκέφτηκα επάνω στον Δεκέμβρη αν ήταν ένα σφάλμα, όμως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω σε συμπέρασμα. Κάθε φορά που το επιχειρώ θυμάμαι το ήρεμο χαμόγελο τούτου του παιδιού που ανέβαινε σφυρίζοντας επάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, μ’ ένα κουμπουροντούφεκο να χτυπηθή με την βρετανική αυτοκρατορία. Κι’ όλες τις λογικές μου σκέψεις τις παρασύρει και τις καταπλημμυρά ο θαυμασμός».

*****

Είναι άχαρο μετά από ένα τέτοιο μαργαριτάρι, να επιχειρώ έναν επίλογο. Ωστόσο δεν μπορώ να αποφύγω ένα μικρό σχολιασμό: Έχω-κι αν έχω διαβάσει για τα Δεκεμβριανά. Όλες τις πολιτικές αποτιμήσεις: «Το κίνημα δεν ήταν έτοιμο να τα βάλει με τον Σκόμπι», «Το ΕΑΜ άργησε να αντιδράσει και επέτρεψε στους Άγγλους να αποβιβαστούν», «Πέσαμε στην προβοκάτσια που μας έστησαν» και – μακριά από μένα – «Ο Σιάντος ήταν ύποπτος».

Τα Δεκεμβριανά ήταν μια ανεξέλεγκτη έκρηξη λαϊκής οργής, πέρα από κανόνες «πολιτικής λογικής» και πάνω από κομματικούς σχεδιασμούς, που δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Αυτό μας μαρτυρεί ο Ψαθάς με το απαράμιλλο στιλ του. Ο Ψαθάς που ξέκοψε από το ΕΑΜ. Ο Ψαθάς που δεν μπόρεσε – ή δεν θέλησε – να σκοτώσει μέσα του κείνες τις 33 ηρωικές μέρες.

(1) Όπως αφηγείται ο αξέχαστος Νίκος Καραντηνός («Ριζοσπάστης 31/5/2005) «για τον αγωνιστή, τον ΕΑΜίτη Ψαθά και την αγάπη, το πάθος του για την Εθνική Αντίσταση»: Ύστερα από τα Δεκεμβριανά, και όπως είναι φυσικό σε δύσκολες συνθήκες, τις Αποκριές του 1945, αντιστασιακοί δημοσιογράφοι αποφάσισαν να οργανώσουν μια γιορταστική εκδήλωση στην αίθουσα, στο υπόγειο του Αρσακείου, εκεί, που αργότερα έγινε το Θέατρο Τέχνης. Μεγάλη η αίθουσα, πολλοί ηθοποιοί, γνωστοί τραγουδιστές, ώρες αξέχαστες αλλά γενικά η ατμόσφαιρα δε βοηθούσε, ήταν «πεσμένη». Και ξαφνικά μέσα στους ψιθύρους και στη μουσική ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή να βροντοφωνάζει: Βροντάει ο Όλυμπος / Αστράφτει η Γκιώνα. Ήταν ο Δημήτρης Ψαθάς που πρώτος τραγουδούσε του Νίκου Καρβούνη το ρωμαλέο και αθάνατο θούριο. Άλλαξε η ατμόσφαιρα, αλλάζουν όλοι. Ο Ψαθάς κι η παρέα του παρέσυραν μαζί τους το αποκριάτικο εκείνο γλέντι, σε μια γιορτή αξέχαστη της Αντίστασης του ΕΑΜ.

(2) «Το στραβόξυλο», «Ο εαυτούλης μου», «Οι ελαφρόμυαλοι», «Μαντάμ Σουσού», «Σκίτσα της εποχής», «Φον Δημητράκης», «Η ζωή μου είναι ωραία», «Ζητείται ψεύτης», «Μικροί Φαρισαίοι», «Ο φαύλος κύκλος», «Ένας βλάκας και μισός», «Προς Θεού μεταξύ μας», «Φωνάζει ο κλέφτης», «Εταιρεία θαυμάτων», «Η Μαίρη τα λέει όλα», «Εξοχικόν κέντρον ο Έρως», «Εμπρός να γδυθούμε», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Ξύπνα Βασίλη», ο «Αχόρταγος», «Ο Κουτσομπόλης», «Προίκα μου αγαπημένη», «Οι ατίθασοι», «Ο αφελής», «Το ανθρωπάκι» κ.α.

(3)Περίπου 40 τόμοι. Ξεχωρίζω τα λιγότερα γνωστά. «Χειμώνας του ΄41», «Αντίσταση». Το εξαίσιο πατριωτικό μελό (άλλη παρεξηγημένη λέξη κι αυτή) «Γράφοντας συνθήματα». Στο:

http://www.sarantakos.com/kibwtos/neagenia/psaqas_sunqhm.htm

Το «Λευκό όραμα» και πάνω απ΄ όλα το «Ο Ναπολέων Σουκατζίδης και οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς». Στο:

http://logomnimon.wordpress.com/%CE%B4-%CF%88%CE%B1%CE%B8%CE%AC%CF%82/

(4) Έγραψε τα σενάρια 14 ταινιών εκ των οποίων η μία έγινε πρόσφατα ριμέικ.

(5) Ο «Φον Δημητράκης» αποτελούσε έναν ύμνο στην αντίσταση. Πρωτοπαίχτηκε, με μεγάλη επιτυχία, από τον ΕΑΜικό θίασο «Ελεύθεροι Καλλιτέχνες» στο «Βρετάνια», σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη από τις 4 Απριλίου 1946. Έπαιζαν οι Αντ. Γιαννίδης, Αιμ. Βεάκης και σαν δωσίλογος ο Χρ. Τσαγανέας. Και οι Άννα Λώρη, Σμάρω Στεφανίδου, Τζόλη Γαρμπή, Θόδ. Μορίδης, Γ. Δαμασιώτης. Το έργο εξαφανίστηκε μέχρι το 1979 όταν το ξανανέβασε ο Θύμιος Καρακατσάνης.

3.

4.

 Στη «Λαοκρατία» της 27ης Σεπτεμβρίου 1944 ο Ψαθάς σαρκάζει τον επαγγελματία«πατριώτη»

Αρτεμης Ψαρομηλιγκος

Πηγη##Ημεροδρομος  

ΑΝΑΠΟΔΑ