Απρ. 3, 2016

Θολη εικονα στην ΕΥΠ (μερος 3ον)

 

Μερος 3ον


Αν και έχουν περάσει μόνο μερικοί μήνες από την τοποθέτηση του Γιάννη Ρουμπάτη στο τιμόνι της ΕΥΠ έχουν ήδη δημιουργηθεί, όχι μόνο οι πρώτες εντυπώσεις, αλλά μάλλον και οι δυνατότητες πρόβλεψης των επόμενων κινήσεων και ενεργειών της διοίκησης του.

Σύμφωνα με όσα μεταφέρονται από τους κόλπους της, η σημερινή γενική εικόνα της συγκεκριμένης σημαντικής και λίαν ευαίσθητης υπηρεσίας είναι απόλυτα θολή, χωρίς συγκεκριμένους πόλους δραστηριοποίησης και κατευθυντηρίων γραμμών, με αποτέλεσμα το προσωπικό της να τελεί υπό καθεστώς απραξίας, σύγχυσης, φόβου και ανασφάλειας, ενώ ουσιαστικά η έστω τυπικής μορφής και σημασίας πληροφόρηση σχεδόν έπαυσε να παρέχεται στους αρμόδιους κρατικούς φορείς, σε μια εποχή εξαιρετικά κρίσιμη για τα συμφέροντα και τις πάσης φύσεως απειλές για τη χώρα μας. 
Προς την αρνητική αυτή συνολική κατάσταση συνέτεινε και συνετέλεσε η σίγουρα βεβιασμένη ανακοίνωση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, τις πρώτες ημέρες της πρωθυπουργίας του, για αλλαγή της ονομασίας της σε Υπηρεσία Προστασίας Εθνικής Κυριαρχίας (ΥΠΕΚ) και η ενασχόλησή της μόνο με την εξωτερική και όχι εσωτερική ασφάλεια, χωρίς ακόμα μέχρι σήμερα να έχει πραγματοποιηθεί οτιδήποτε περαιτέρω, κυρίως ως προς τη νέα υπαγωγή και τις διαφορετικές αρμοδιότητες της. 
Αυτό και μόνο το γεγονός καταδεικνύει την προχειρότητα και συγχρόνως το μέγεθος του ενδιαφέροντος και της σημασίας που αποδίδει η νέα κυβέρνηση στην πλέον χρήσιμη, κρίσιμη και ευαίσθητη υπηρεσία της χώρας. Θα ήταν προτιμότερο, αν όχι επιβαλλόμενο να προηγηθούν όλες οι σχετικές σκέψεις, προεργασίες και ενέργειες ως προς την περαιτέρω εξέλιξη, αποστολή και υπαγωγή της, ενώ σε κάθε περίπτωση η αλλαγή της ονομασίας δεν εγγυάται από μόνη της αλλαγή πορείας και στόχων.

Πριν επιχειρηθεί μια κριτική επί των αλλαγών και την όλη διαχείριση του προσωπικού και του μέχρι σήμερα έργου από τη νέα διοίκηση, σε συσχετισμό και σύγκριση με τις αντίστοιχες ενέργειες των προηγούμενων διοικήσεων, μάλλον είναι απαραίτητη μια σύντομη τοποθέτηση επίσης ανακοινωθείσας και προσβληθείσας ενασχόλησης πλέον της ΕΥΠ (ή της νέας ΥΠΕΚ) με την εξωτερική και μόνο ασφάλεια Αρχικά, θα πρέπει να ξεκαθαριστούν με σαφήνεια τα όρια και η ακριβής έννοια της αναφοράς «εξωτερική ασφάλεια». 
Είναι μόνο η άμυνά μας απέναντι στις επιθετικές δράσεις και βλέψεις ξένων χωρών επί των εθνικών μας συμφερόντων; 
Είναι και οι ενέργειες - δράσεις μας σε άλλες χώρες, που θα αποβλέπουν επίσης στη διασφάλιση των πάσης φύσεως συμφερόντων και της εθνικής μας κυριαρχίας: 
Είναι η αντιμετώπιση της εκ του εξωτερικού οργανωμένης, αλλά στο εσωτερικό και με καλυπτικούς τρόπους εκδηλούμενης και ασκούμενης εχθρικής προπαγάνδας. 
Είναι η αντιμετώπιση της δράσης μόνο των εκ του εξωτερικού προερχόμενων τρομοκρατών και «βαρόνων» του οργανωμένου εγκλήματος ή και εκείνων των ημεδαπών συνεργατών τους που διαμένουν και δραστηριοποιούνται ανάλογα στο εσωτερικό της χώρας. 
Με τους αλλοδαπούς, που διαμένουν στη χώρα και δραστηριοποιούνται σε βάρος της εθνικής μας ασφάλειας, ποια υπηρεσία ή Αρχή θα διαθέτει τους ανάλογους μηχανισμούς και θα ασχολείται μαζί τους; 
Ποια υπηρεσία ή Αρχή θα αποτρέψει ή θα εντοπίσει, θα παρακολουθήσει και θα εξουδετερώσει τον οποιονδήποτε ημεδαπό, στην οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθειά του να αποκτήσει γνώσεις, υλικό και προσβάσεις εθνικής αξίας και σημασίας; 
Η νέα ελληνική μυστική υπηρεσία (ΥΠΕΚ) δεν θα λογίζεται ως υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας; 
Εάν δεν θα λογίζεται, παύει και ο ρόλος της ως συντονίζουσας στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΚΥΣΕΑ τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας της χώρας.

Στα ανωτέρω και σε μια πλειάδα άλλων ερωτημάτων, θα πρέπει να δίνονται σαφείς απαντήσεις, μέσα από τις ανακοινώσεις και τους νόμους, που θα προβλέπουν τις νέες αρμοδιότητες και αποστολές της αναβαπτιζόμενης και μετονομαζόμενης ελληνικής μυστικής υπηρεσίας.

Επιχειρώντας μια αναφορά στις ικανότητες και στην αξιοποίηση του προσωπικού της ΕΥΠ θα πρέπει να επισημανθεί ότι μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 90, στις τάξεις της υπηρεσίας υπηρετούσαν πολλοί ένστολοι (στρατιωτικοί, αστυνομικοί, λιμενικοί), οι οποίοι καταλάμβαναν και τις θέσεις όλων σχεδόν των προϊσταμένων διευθύνσεων και των σημαντικών τμημάτων. Αυτή η σταθερά ακολουθούμενη από τα κυβερνώντα κόμματα τακτική βασιζόταν στη δυνατότητα ικανοποίησης επιθυμιών ψηφοφόρων τους και στο σκεπτικό ότι θα αποκτούσαν μια δυνατότητα πληροφόρησης μέσα από τα στεγανά της ΕΥΠ. Έτσι, μετά από εκλογές ή αλλαγή κυβέρνησης και πέρα από την άμεση αντικατάσταση της διοίκησης και των ένστολων διευθυντικών στελεχών, ακολουθούσαν πολυάριθμες αποσπάσεις ένστολων, οι οποίοι αντικαθιστούσαν, σχεδόν στο σύνολό τους και σε πολύ σύντομο χρόνο, τους συναδέλφους τους, που αποτελούσαν επιλογή της απελθούσας κυβέρνησης. 
Ο λόγος που όλοι οι ένστολοι επιθυμούσαν την απόσπασή τους στην ΕΥΠ ήταν η χωρίς μεταθέσεις και μετακινήσεις απασχόλησή τους εκεί και κυρίως το πρόσθετο χρηματικό επίδομα, που ελάμβανε όλο το προσωπικό της. Οι νέοι διοικούντες την υπηρεσία υπέκυπταν εύκολα στις πιέσεις και απαιτήσεις των διαφόρων κυβερνητικών και κομματικών στελεχών, αφού αποτελούσαν και οι ίδιοι επιλογές τους.

Η προώθηση των πολιτικών υπαλλήλων σε υπεύθυνες καίριες θέσεις και διευθύνσεις ξεκίνησε από τη διοίκηση του Παύλου Αποστολίδη, ο οποίος, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι γενικά ένας μόνιμος υπάλληλος της υπηρεσίας γνωρίζει καλύτερα τα αντικείμενά της από οποιονδήποτε ένστολο, που ξαφνικά εμφανίζεται στην ΕΥΠ και αποδεσμεύεται επίσης ξαφνικά και όταν στο μεταξύ έχει ενημερωθεί και προσαρμοσθεί, έδειξε να εμπιστεύεται και να χρησιμοποιεί περισσότερο το πολιτικό προσωπικό, καταφέρνοντας συγχρόνως να ξεπεράσει τις κομματικές - κυβερνητικές πιέσεις, οι οποίες, όμως εκδηλώνονταν πλέον πολύ πιο χάλαρα και σε καμιά περίπτωση απαιτητικά.

Ο Αποστολίδης ήταν ο πρώτος διοικητής που τοποθέτησε έμπειρα και γενικά αξιόλογα στελέχη του πολιτικού προσωπικού σε θέσεις - «κλειδιά», όπως αυτές των διευθυντών της Α' και Γ Διεύθυνσης. Παράλληλα, πολιτικοί υπάλληλοι άρχισαν να αναλαμβάνουν θέσεις προϊσταμένων στις περιφερειακές μονάδες και υπηρεσίες.

Με τη διοίκηση του Ιωάννη Κοραντή και μετά την οδηγία - κατεύθυνση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, για μία ΕΥΠ - πολιτική υπηρεσία, σε όλες σχεδόν τις διευθύνσεις κατεβλήθη προσπάθεια και τοποθετήθηκαν πολιτικοί υπάλληλοι, με τους ένστολους να προΐστανται μόνο κάποιων μεμονωμένων τμημάτων, στα οποία λόγω αντικειμένου μπορούσαν δικαιολογημένα να υπερτερούν (π.χ. τμήμα Ασφάλειας, τμήματα Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας κ.λπ.). Επίσης, επί διοίκησης Κοραντή, προϊστάμενοι των περιφερειακών μονάδων τοποθετήθηκαν πολιτικοί υπάλληλοι, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, οι οποίες οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν πρόθυμοι, διαθέσιμοι και ικανοί πολιτικοί υπάλληλοι για ελάχιστες και συγκεκριμένες παραμεθόριες περιοχές. Ως περαιτέρω απόδειξη αυτής της σίγουρα μεθοδικής και καθαρά «επαγγελματικής» πολιτικής, αποτέλεσε η τοποθέτηση στις θέσεις των υποδιοικητών της υπηρεσίας δύο υπαλλήλων - στελεχών, που προέρχονταν από τα σπλάχνα της και διήλθαν από όλα τα σχετικά στάδια και ιεραρχικά επίπεδα. 
Για τη διοίκηση Κοραντή, μπορεί να αναφερθεί ακόμη ότι όλες οι επιλογές και τοποθετήσεις σε όλες ανεξαιρέτως τις θέσεις είχαν μοναδικό κριτήριο την ικανότητα και την αξιοκρατία, στοιχείο που κανένας δεν αμφισβήτησε. Οι κομματικές ταυτότητες δεν είχαν αντίκρισμα και μεγαλύτερη απόδειξη αποτελείτο γεγονός ότι στις περισσότερες διευθύνσεις, στα τμήματα και στις περιφερειακές μονάδες της ΕΥΠ τοποθετήθηκαν προϊστάμενοι που προέρχονταν από τον κομματικό χώρο του ΠΑΣΟΚ. οι οποίοι όμως ήταν ικανοί και δεν επηρεάζονταν από την κομματική τους προέλευση. 

Οι συγκεκριμένες επιλογές της διοίκησης Κοραντή συνετέλεσαν ώστε η ΕΥΠ να αναπτύξει αξιόλογη δράση και να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα και θετικά στοιχεία, σε όλους σχεδόν τους τομείς της, στοιχεία που επίσης δεν αμφισβητήθηκαν ακόμα και από πολέμιους της συγκεκριμένης διοίκησης.

Γενικά, η διοίκηση Κοραντή κι εκείνη η σύντομη του Δημητρίου Παπαγγελόπουλου φέρονται να παρέδωσαν, αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, στη διοίκηση Μπίκα - Παπαγεωργίου - Τσαντρίζου μια καλά οργανωμένη και αποτελεσματική υπηρεσία, στις θέσεις ευθύνης της οποίας βρίσκονταν αντικειμενικά και αποδεδειγμένα τα καλύτερα και πλέον αξιόλογα στελέχη. Το μοναδικό και σημαντικό πρόβλημα ήταν η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των συνδικαλιστών της ίδιας κομματικής προέλευσης (ΠΑΣΟΚ), κυρίως λόγω της διαφοράς νοοτροπίας μεταξύ των δύο πλευρών και σε σχέση με τον έλεγχό τους ή όχι από κορυφαία στελέχη της μέχρι τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η διοίκηση Κώστα Μπίκα. χωρίς να μελετήσει και να ενημερωθεί σωστά πριν προχωρήσει σε αποφάσεις, επέλεξε αμέσως να ταυτιστεί με τις θέσεις της μίας πλευράς των συνδικαλιστών από τους οποίους επηρεάστηκε και σύρθηκε σε πολλές λανθασμένες ενέργειες και επιλογές, κυρίως από το γεγονός ότι οι συγκεκριμένοι συνδικαλιστές δεν ξεχώριζαν για τις ικανότητες και τις γνώσεις τους και ουδέποτε είχαν σχέση με επιχειρησιακά θέματα ή διοικητική εμπειρία.
.

Με τη διοίκηση του Ιωάννη Κοραντή και μετά την οδηγία - κατεύθυνση του τότε πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, για μία ΕΥΠ - πολιτική υπηρεσία, σε όλες σχεδόν τις διευθύνσεις κατεβλήθη προσπάθεια και τοποθετήθηκαν πολιτικοί υπάλληλοι, με τους ένστολους να προΐστανται μόνο κάποιων μεμονωμένων τμημάτων, στα οποία λόγω αντικειμένου μπορούσαν δικαιολογημένα να υπερτερούν (π.χ. τμήμα Ασφάλειας, τμήματα Στρατού, Ναυτικού, Αεροπορίας κ.λπ.). Επίσης, επί διοίκησης Κοραντή, προϊστάμενοι των περιφερειακών μονάδων τοποθετήθηκαν πολιτικοί υπάλληλοι, με λίγες μόνο εξαιρέσεις, οι οποίες οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν υπήρχαν πρόθυμοι, διαθέσιμοι και ικανοί πολιτικοί υπάλληλοι για ελάχιστες και συγκεκριμένες παραμεθόριες περιοχές. Ως περαιτέρω απόδειξη αυτής της σίγουρα μεθοδικής και καθαρά «επαγγελματικής» πολιτικής, αποτέλεσε η τοποθέτηση στις θέσεις των υποδιοικητών της υπηρεσίας δύο υπαλλήλων - στελεχών, που προέρχονταν από τα σπλάχνα της και διήλθαν από όλα τα σχετικά στάδια και ιεραρχικά επίπεδα. 
Για τη διοίκηση Κοραντή, μπορεί να αναφερθεί ακόμη ότι όλες οι επιλογές και τοποθετήσεις σε όλες ανεξαιρέτως τις θέσεις είχαν μοναδικό κριτήριο την ικανότητα και την αξιοκρατία, στοιχείο που κανένας δεν αμφισβήτησε. Οι κομματικές ταυτότητες δεν είχαν αντίκρισμα και μεγαλύτερη απόδειξη αποτελείτο γεγονός ότι στις περισσότερες διευθύνσεις, στα τμήματα και στις περιφερειακές μονάδες της ΕΥΠ τοποθετήθηκαν προϊστάμενοι που προέρχονταν από τον κομματικό χώρο του ΠΑΣΟΚ. οι οποίοι όμως ήταν ικανοί και δεν επηρεάζονταν από την κομματική τους προέλευση. 

Οι συγκεκριμένες επιλογές της διοίκησης Κοραντή συνετέλεσαν ώστε η ΕΥΠ να αναπτύξει αξιόλογη δράση και να αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα και θετικά στοιχεία, σε όλους σχεδόν τους τομείς της, στοιχεία που επίσης δεν αμφισβητήθηκαν ακόμα και από πολέμιους της συγκεκριμένης διοίκησης.

Γενικά, η διοίκηση Κοραντή κι εκείνη η σύντομη του Δημητρίου Παπαγγελόπουλου φέρονται να παρέδωσαν, αμέσως μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, στη διοίκηση Μπίκα - Παπαγεωργίου - Τσαντρίζου μια καλά οργανωμένη και αποτελεσματική υπηρεσία, στις θέσεις ευθύνης της οποίας βρίσκονταν αντικειμενικά και αποδεδειγμένα τα καλύτερα και πλέον αξιόλογα στελέχη. Το μοναδικό και σημαντικό πρόβλημα ήταν η έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των συνδικαλιστών της ίδιας κομματικής προέλευσης (ΠΑΣΟΚ), κυρίως λόγω της διαφοράς νοοτροπίας μεταξύ των δύο πλευρών και σε σχέση με τον έλεγχό τους ή όχι από κορυφαία στελέχη της μέχρι τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης.


Συγχρόνως, κορυφαία κομματικά στελέχη της νέας κυβέρνησης, επαναφέροντας με χειρότερη μορφή την πολύ παλαιότερη νοοτροπία, απαίτησαν την τοποθέτηση συγκεκριμένων ημετέρων υπαλλήλων σε καίριες επιχειρησιακές και κρίσιμες θέσεις. Οι απαιτήσεις τους φέρονται να έγιναν στο σύνολο τους αποδέκτες από την άβουλη διοίκηση Μπίκα. Αν επρόκειτο για περιθωριοποιημένους ή αδικηθέντες και ικανούς υπαλλήλους θα γινόταν λόγος για προώθηση ημετέρων, αλλά επειδή οι απαιτήσεις εστιάζονταν σε όχι ικανούς υπαλλήλους και στις πλέον καίριες διευθυντικές θέσεις, μπορεί να ειπωθεί ότι πραγματοποιήθηκε ανάδυση ανίκανων ημετέρων και όχι προώθηση ικανών ημετέρων. Πολλοί ακόμα μέσα στην ΕΥΠ ισχυρίζονται ότι για κάποιες προωθήσεις και τοποθετήσεις σε καίριους επιχειρησιακούς τομείς παρενέβη, με απόλυτη αποτελεσματικότητα, μεγάλη ξένη υπηρεσία πληροφοριών.

Η μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα αντικατάσταση όλων των ικανότατων και δοκιμασμένων διευθυντικών στελεχών, από υπαλλήλους που αναδύθηκαν και ανέλαβαν διευθυντικές θέσεις σε διευθύνσεις και τμήματα που αγνοούσαν παντελώς, απέφερε αμέσως και τα φυσιολογικά αποτελέσματα. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, ματαιώθηκαν επιχειρησιακές δράσεις, απαξιώθηκαν ή καταργήθηκαν πηγές και συνεργάτες, καταργήθηκε και ουδέποτε δημιουργήθηκε άλλη σειρά στόχων και προτεραιοτήτων, εκτέθηκε η ασφάλεια και η στεγανότητα επιχειρησιακών χώρων, αποκαλύφθηκαν δίκτυα πρακτόρων με τις χειρότερες συνέπειες, υποβαθμίστηκαν ή αγνοήθηκαν σημαντικοί στόχοι, χαλάρωσε επικίνδυνα ο έλεγχος απέναντι στα στοιχεία της ανθελληνικής προπαγάνδας, υποβαθμίστηκε το επίπεδο συνεργασίας με τις συνεργαζόμενες ξένες υπηρεσίες πληροφοριών και συγχρόνως δημιουργήθηκε μια απογοητευτική εικόνα και ανάλογες εντυπώσεις σ' αυτές. Τα όργανα όλων των υπηρεσιών πληροφοριών (ακόμα και των εχθρικών και γειτονικών χωρών) αφέθηκαν παντελώς ανενόχλητα να αναπτύσσουν τις καλοσχεδιασμένες δραστηριότητές τους, μειώθηκε στο ελάχιστο και ίσως να στέρεψε η ροή πληροφοριών τόσο στον τομέα της κατασκοπείας όσο και σε εκείνον της αντικατασκοπείας και της αντιτρομοκρατίας, με όλες αυτές τις οδυνηρές συνέπειες να αποδίδονται αποκλειστικά στις ακατανόητες και λανθασμένες αλλαγές προσωπικού στις κρίσιμες θέσεις και δομές της υπηρεσίας και γενικό στην παντελώς ανίκανη διοίκηση Μπίκα.

Οι μόνες δραστηριότητες της ΕΥΠ, που αναπτύχθηκαν και εντάθηκαν από τη διοίκηση Μπίκα, ήταν εκείνες των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, όχι όμως επί στόχων εθνικού ενδιαφέροντος και συμφέροντος, αλλά επί προσωπικών επιλογών και παραγγελιών του στενού περιβάλλοντος του τότε πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου για συγκεκριμένους πολιτικούς αντιπάλους, οικονομικούς παράγοντες και δημοσιογράφους, ενώ για άγνωστους λόγους στοιχεία από το περιεχόμενο των συνομιλιών γίνονταν γνωστά σε συγκεκριμένους μεγάλους επιχειρηματίες. ΔΕΙΤΕ ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΜΑ ΣΧΕΤΙΚΟ ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΣΕ ΑΛΛΗ ΜΑΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗ…

Αντικαταστάσεις προσωπικού

Ως προς τις σαρωτικές αντικαταστάσεις και μετακινήσεις προσωπικού, αμέσως μετά την ανάληψη της διοίκησης Μπίκα, μπορούν συνοπτικά να αναφερθούν οι ακόλουθες περιπτώσεις;

- Αντικαταστάθηκαν οι έξι από τους οκτώ προϊσταμένους διευθύνσεων, με την ευθεία «κατηγορία», όχι ότι δεν ήταν ικανοί κι επαρκείς, αλλά επειδή αποτελούσαν επιλογή της «γαλάζιας» διοίκησης. Ως απόδειξη της εμπάθειας και του όλου επιπέδου που χαρακτήριζε τη διοίκηση Μπίκα αποτελεί και το γεγονός ότι στα συγκεκριμένα στελέχη δεν ανατέθηκαν έστω και καθήκοντα τμηματάρχη, τακτική που ακολουθούσαν όλες οι προηγούμενες διοικήσεις, για να μην απαξιώνονται και προσβάλλονται οι όποιες πρώην διευθυντικές επιλογές της όποιας διοίκησης, αλλά αντίθετα τους υποβάθμισαν σε απλούς υπαλλήλους και ουσιαστικά δεν τους ανατέθηκε εργασία.

- Παρέμειναν στις θέσεις τους δύο προϊστάμενοι διευθύνσεων ως υποστηριζόμενοι από μέλος της διοίκησης και της ημέτερης συνδικαλιστικής ομάδας.

- Τοποθετήθηκαν σε διευθυντικές θέσεις και σε θέσεις υποδιευθυντών διευθύνσεων υπάλληλοι ανήκοντες στο βαθύ και αμετανόητο ΠΑΣΟΚ, οι περισσότεροι των οποίων προέρχονταν από άλλους υπηρεσιακούς τομείς και ουδεμία σχέση είχαν με τα νέα τους καθήκοντα, διαθέτοντας ως μοναδικό προσόν την απαίτηση, υποστήριξη ή επιθυμία κάποιου κυβερνητικού ή κομματικού στελέχους, κάποιου μέλους της διοίκησης, κάποιου ημετέρου συνδικαλιστή ή κάποιας μεγάλης ξένης υπηρεσίας πληροφοριών. 
Παλαιοτέρα στελέχη της ΕΥΠ ισχυρίζονταν ότι οι επιλογές όλων σχεδόν των διοικήσεων επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζονταν από το έντονο κομματικό στοιχείο, αλλά η τελική επιλογή πραγματοποιούνταν με γνώμονα το στοιχείο του πλέον ικανού και κατάλληλου μέσα από τους ενδεχόμενους πολλούς κομματικούς υποψήφιους, ενώ αντίθετα στην περίπτωση της διοίκησης Μπίκα προτεραιότητα και επιλογή αποτελούσε όποιος βρισκόταν στον στενό κύκλο των ισχυρών απαιτούντων και επιθυμούντων.

- Οι πλέον ακατανόητες και προκλητικές τοποθετήσεις, σε καίριες ασφαλώς θέσεις, θεωρούνται εκείνες των δύο υποδιευθυντριών, που η μία μισούσε θανάσιμα την άλλη και από τις οποίες η μία (Ε. Κυριακίδου στην αντικατασκοπία) αποτελούσε πρώτη επιλογή - απαίτηση αρχισυνδικαλιστή (Θ. Σπατιώτη), ενώ η δεύτερη και περισσότερο «διαχρονική» (Μ. Αλεβιζάκη στην αντιτρομοκρατία) ευτύχησε να διαθέτει δυνατότητα προώθησής της από μέλος της διοίκησης (Φ. Παπαγεωργίου) και παράλληλη ισχυρή υποστήριξη από άλλες δυνάμεις εσωτερικού και εξωτερικού.

- Συγχρόνως, πραγματοποιήθηκαν πολλές παύσεις και απομακρύνσεις υποδιευθυντών και τμηματαρχών, τις οποίες ακολούθησαν περισσότερες μετακινήσεις προσωπικού, στο πλαίσιο τόσο της εμπιστοσύνης όσο και στην εφαρμογή της γενικής τακτικής για υποβάθμιση - περιθωριοποίηση των υμετέρων και προώθηση - ανάδυση των ημετέρων ανεξαρτήτως των συνεπειών στο έργο της υπηρεσίας.

- Στα πρότυπα των διευθυντικών εκλογών πραγματοποιήθηκαν σύντομα και οι επιλογές των προϊσταμένων τμημάτων κυρίως σύμφωνα με τις επιθυμίες και τις επιταγές του α' υποδιοικητή Φώτη Παπαγεωργίου.
Μετά τις εκλογές του Ιουνίου 2012 και τον διορισμό νέας διοίκησης, όλοι σχεδόν μέσα στην ΕΥΠ θεωρούσαν σίγουρες και άμεσες τις αλλαγές, για να αποκατασταθεί η αξιοκρατία και να δρομολογηθεί προς τη σωστή κατεύθυνση το έργο της υπηρεσίας. Προς απογοήτευση όλων, η νέα διοίκηση του Θεόδωρου Δραβίλλα φάνηκε πολύ διστακτική, όχι μόνο απέναντι στην αντικατάσταση στελεχών, κρίσιμων δομών και τομέων, όσο και σε διάφορα εκκρεμή θέματα, διοικητικές εξετάσεις και δικαστικές διαμάχες. Ειδικότερα, απέναντι στα θέματα προσωπικού και στις τοποθετήσεις προϊσταμένων, η ατολμία και η καθυστέρηση λήψης αποφάσεων αποδόθηκε αρχικά στο στοιχείο της σχολαστικής έρευνας και προσεκτικής μελέτης, πριν ληφθούν σχετικές αποφάσεις. Ωστόσο, κάτω από αυτές τις συνθήκες αβεβαιότητας και αμφισβήτησης, η δραστηριοποίηση και γενικά η λειτουργία της υπηρεσίας ουσιαστικά ήταν υποτονική, τυπική και ενδεχομένως ανύπαρκτη.
Κάποια στιγμή και μετά από αρκετούς μήνες, ελήφθησαν μόνο λίγες αποφάσεις σχετικά με τις επιλογές και τη στελέχωση τριών μόνο διευθύνσεων. Από τις συγκεκριμένες περιορισμένες επιλογές, η πλέον εντυπωσιακή και απρόβλεπτη ήταν εκείνη της μέχρι τότε υποδιευθύντριας και ποικιλοτρόπως προωθούμενης και υποστηριζόμενης, η οποία προήχθη σε προϊσταμένη άλλης διεύθυνσης, με τα αντικείμενα της οποίας ουδέποτε ασχολήθηκε και ουδόλως εγνώριζε, τόσο από θεωρητική άποψη όσο και περισσότερο από σχετική επιχειρησιακή εμπειρία (Μ. Αλεβιζάκη στην κατασκοπία στη θέση της Μ. Μπέκα, μιας επίσης απρόβλεπτης και εν πολλοίς αμφιλεγόμενης επιλογής επί διοικήσεως Μπίκα). Ως δεύτερη έκπληξη, θεωρήθηκε η παραμονή στη σημαντική θέση της εκείνης της υποδιευθύντριας που η αρχική τοποθέτηση της αποτελούσε επίμονη απαίτηση του αρχισυνδικαλιστή από τη διοίκηση Μπίκα.
Στις άλλες διευθύνσεις ουδεμία αλλαγή επήλθε για έναν περίπου χρόνο, δημιουργημένης έτσι της εντύπωσης ότι η διοίκηση Δραβίλλα αντιμετώπιζε ως σωστές τις επιλογές Μπίκα σε αυτές τις θέσεις. Μετά από έναν περίπου χρόνο, λοιπόν, παύθηκε η προϊσταμένη μιας διεύθυνσης, που αποτελούσε φλύαρη και θρασύτατη περίπτωση (Θ. Παπανδρέου στην ανάλυση) και κάποιους μήνες αργότερα παύθηκε ο προϊστάμενος άλλης διεύθυνσης, μια άλλη αμφιλεγόμενη ως προς τις δραστηριότητες της επιλογή (Γ. Μαρινάκης στην Ε΄ διεύθυνση). 
Το αξιοσημείωτο και πρωτοφανές γεγονός είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις, η απαλλαγή από τα καθήκοντα τους δεν συνοδεύθηκε από την ταυτόχρονη αντικατάστασή τους από άλλες επιλογές, εξασφαλίζοντας έτσι την ομαλή και χωρίς διακοπές και κενά συνέχεια της λειτουργίας των συγκεκριμένων διευθύνσεων. Οι δύο κενές διευθυντικές θέσεις καλύφθηκαν, χωρίς κάποιον προβαλλόμενο λόγο ή λογική εξήγηση, μετά από μερικούς και πάλι μήνες, αντιλαμβανόμενος ο οποιοσδήποτε τον τρόπο και τους ρυθμούς των δύο ακέφαλων διευθύνσεων κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Από τις δύο καθυστερημένες επιλογές της διοίκησης Δραβίλλα η μία μπορεί να θεωρηθεί ως σωστή, αναμενόμενη και λογική (Ι. Γεωργίου στην ανάλυση), ενώ αντίθετα η άλλη μπορεί να ταυτιστεί απόλυτα με τα αντίστοιχα κριτήρια επιλογής του Μπίκα.

Η μεγαλύτερη, πάντως, απρόσμενη και τελείως άστοχη απόφαση της διοίκησης Δραβίλλα ήταν εκείνη της τοποθέτησης - προαγωγής της παραπάνω αναφερομένης και συνεχώς υποστηριζόμενης από τον αρχισυνδικαλιστή υποδιευθύντριας στη θέση της προϊσταμένης διεύθυνσης, όταν αιφνιδίως απομακρύνθηκε ο μέχρι τότε διευθυντής της, για την καρατόμηση του οποίου σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η ίδια.

Η διοίκηση Δραβίλλα προχώρησε και σε ελάχιστες τοποθετήσεις - αντικαταστάσεις υποδιευθυντών, αλλά η παραμονή συγκεκριμένου διευθυντού στη θέση του υπήρξε προκλητική, όχι λόγω της οποιασδήποτε κομματικής προέλευσης και υποστήριξης του, αλλά λόγω του χαρακτήρα του, των όλων έργων του και των περίεργων εμπλοκών του σε διάφορα θέματα και προβλήματα της υπηρεσίας, σε βάθος πολλών ετών (εδώ μάλλον ο συντάκτης, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ μας, αναφέρεται στον Α. Λάδη της πληροφορικής).

Ως προς τις επιλογές και τις τοποθετήσεις τμηματαρχών, η διοίκηση Δραβίλλα αποδέχθηκε απόλυτα και άβουλα τις σχετικές προτάσεις των δύο κυρίαρχων διευθυντριών του, καθώς και τις αλλοπρόσαλλες ιδέες και προτιμήσεις του β' υποδιοικητή.

Η νέα υπό τον Γιάννη Ρουμπάτη διοίκηση της ΕΥΠ, ως προς τη στελέχωση των καίριων θέσεων της υπηρεσίας, φαίνεται να μη διαφοροποιείται ουσιαστικά από εκείνη του Θεόδωρου Δραβίλλα και μάλλον επανέρχεται στις επιλογές του Κώστα Μπίκα, αφού φαίνεται να καταλήγει στην ανασυγκρότηση του ίδιου βασικού πυρήνα, ο οποίος, μεταξύ των άλλων, φέρεται να πραγματοποιούσε και τις τηλεφωνικές παρακολουθήσεις στελεχών του σημερινού κυβερνώντος κόμματος.

Πιο συγκεκριμένα, στις τρεις καίριες επιχειρησιακές διευθύνσεις της υπηρεσίας, οι προϊστάμενοι είναι πρόσωπα που προέρχονται από τον κομματικό πυρήνα του ΠΑΣΟΚ αφού βεβαίως στο πέρασμα του χρόνου άλλαξαν αρκετές φορές το κομματικό τους χρώμα.
Μεταξύ τους διαφέρουν και ουσιαστικά δεν διακρίνονται από άλλα κοινά στοιχεία. Ξεχωρίζουν, μεταξύ τους από τις μεθόδους προσέγγισης, επηρεασμού και επίτευξης των σκοπών τους. αφού μετέρχονται τρόπους όχι απόλυτα έντιμους και θεμιτούς.
Το ένα από τα τρία πρόσωπα συγκεντρώνει τις λιγότερες πιθανότητες να μακροημερεύσει στη διευθυντική του θέση, επειδή κυρίως διαθέτει, σε σύγκριση με τα άλλα δύο πρόσωπα, πολύ μικρότερες δυνατότητες προσέγγισης και επηρεασμού. Επαγγελματικά και απολύτως αντικειμενικά δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ότι συγκεντρώνει τα απαιτούμενα για τη θέση του προσόντα και η επιλογή του οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην ικανότητα, αν όχι ανικανότητα, να παραμένει πάντοτε εκτός δράσης και διαμάχης (εδώ μάλλον ο συντάκτης, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ μας, αναφέρεται στην προϊσταμένη της αντικατασκοπείας – αντιτρομοκρατίας Μ. Ιατρίδου).

Το δεύτερο πρόσωπο - διευθυντικό στέλεχος διαθέτει κάποιες θεωρητικές, αλλά μάλλον τυποποιημένες και αποστηθισμένες επαγγελματικές γνώσεις και προσεγγίσεις, αλλά ξεχωρίζει για τη φυσική δειλία του και το μεγάλο του προσόν εντοπίζεται στο απόλυτα υποτακτικό και εξευτελιστικό χαρακτηριστικό του γνώρισμα, έναντι οποιουδήποτε ανωτέρου, διστάζοντας να αμφισβητήσει ή να διαφωνήσει ακόμη και επί ακραίων καταστάσεων, στοιχείο που το καθιστά ευάλωτο και επικίνδυνο (εδώ μάλλον αναφέρεται στον προϊστάμενο της ανάλυσης Μ. Λιούμη ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, τον περασμένο Σεπτέμβριο χειροτονήθηκε κληρικός από τον Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαο).

Το τρίτο πρόσωπο αποτελεί σίγουρα την ξεχωριστή περίπτωση. Διαθέτει, βέβαια, ικανοποιητικές επαγγελματικές γνώσεις επί ενός περιορισμένου αντικειμένου, όχι όμως την απαιτούμενη επιχειρησιακή εμπειρία, συγκρινόμενο πάντοτε με κάποια άλλα παροπλισμένα και περιθωριοποιημένα στελέχη της υπηρεσίας. Κάτω, όμως, από τον μανδύα της άκρως υποκριτικής και αθώας εμφάνισης, υποκρύπτεται πλήθος συσσωρευμένων αρνητικών στοιχείων, που η αναφορά τους και μόνο δημιουργεί ακραία εμετική διάθεση, τα οποία, όμως, αποδεικνύονται αρκετά και ικανά να προσεγγίσουν, να επηρεάσουν και να παρασύρουν αναλόγως κάθε καλοπροαίρετο, ευκολόπιστο και ανυποψίαστο άνθρωπο. Πέρα από τα συγκεκριμένα φυσικά προσόντα - ικανότητες που διαθέτει και χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο πρόσωπο και σύμφωνα με όσα φημολογούνται στους διαδρόμους όλων των ορόφων της υπηρεσίας, στηρίζεται και υποστηρίζεται από έσωθεν και έξωθεν ισχυρά κέντρα, προφανώς έναντι προσφερθεισών ή ακόμα προσφερομένων υπηρεσιών. Πολλοί ακόμα υποστηρίζουν ότι προβλέποντας τις πολιτικές εξελίξεις και εκμεταλλευόμενο συναφείς και υψηλές γνωριμίες σε συνδυασμό με την ιδιότητα του, προσέγγισε διακριτικά και τεχνηέντως, πριν από έναν περίπου χρόνο, στελέχη του τότε κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στα οποία προσέφερε πολλά ενδιαφέροντα γι' αυτά στοιχεία και πληροφορίες (προφανώς αναφέρεται στην προϊσταμένη της κατασκοπείας Μ. Αλεβιζάκη).
Η εκ μέρους του συγκεκριμένου προσώπου προσέγγιση και στη συνέχεια ο πιθανός επηρεασμός του νέου διοικητή Γιάννη Ρουμπάτη μάλλον απέφερε άμεσα τα επιδιωχθέντα αποτελέσματα, αφού καρατομήθηκαν με συνοπτικό τρόπο δύο διευθυντικά στελέχη, που αποτελούσαν και τους μεγάλους αντιπάλους του (Ι. Γεωργίου και Ε. Κυριακίδου), ενώ συγχρόνως προωθήθηκαν σε καίριες θέσεις αποκλειστικά και μόνο δικές του και απόλυτα στοχευμένες επιλογές (Μ. Ιατρίδου και Μ. Λιούμης).

Ο Αρουραιος της Εκαλης

Η συνεχεια  .... στο 4ο μερος