Λογιες Θεσεις

Φεβ. 21, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

Από τη δεκαετία του 1990 σε ένα τμήμα της κοινωνίας παρατηρείται άνοδος του εθνικισμού, της θρησκευτικής ρητορείας και του αντιδυτικισμού. Οι συνθήκες που επέτρεψαν αυτά τα φαινόμενα ήταν κατ’ αρχάς η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η διαφθορά του που φάνηκε ήδη το 1989 (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Α. Παπανδρέου). Μετά  ο φανατισμός με το «μακεδονικό» ζήτημα εναντίον της γείτονος χώρας και της σύνθετης ονομασίας της με το όνομα «Μακεδονία». Στη συνέχεια η υστερία υπέρ των Σέρβων ορθοδόξων χριστιανών και σφαγιαστών των Βαλκανίων (Μιλόσεβιτς, Μλάντιτς, Κάρατζις). Επίσης, οι κινητοποιήσεις υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Τέλος, οι επιθέσεις και τα υβρεολόγια κατά του Βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Σε αυτές τις εκδηλώσεις εθνικιστικής υστερίας πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η Χριστιανική Εκκλησία και οι νεοορθόδοξοι θεολογίζοντες.

Εξέχουσα θέση στους τελευταίους κατέχει ο θεολόγος αρθρογράφος πρωινής εφημερίδας Χρήστος Γιανναράς. Από τη δεκαετία 1980 στρέφεται εναντίον του Δυτικού πολιτισμού και του Διαφωτισμού και σπέρνει εθνικιστικές και θρησκευτικές ιδέες, με κορύφωση την υποστήριξη του θεοκρατικού και μοναρχικού Βυζαντίου ως υπόδειγμα τρόπου ζωής! Κατά καιρούς έχει υποστηρίξει αμφιλεγόμενα πρόσωπα όπως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή Α’, τον Βγενόπουλο, τον Πάγκαλο, την Γαρυφαλιά Κανέλλη, τον Χριστόδουλο, τον Πούτιν. Έχει επίσης προτείνει την καταστρατήγηση του Συντάγματος με σχηματισμό εξωκοινοβουλευτικής κυβέρνησης  από ανώτατους αξιωματούχους του Στρατού, της δικαστικής εξουσίας και της οικονομίας, για να «σωθεί η χώρα».

Τις τελευταίες δεκαετίες ο Γιανναράς επιδίδεται σε παραληρήματα εναντίον κάθε διαφορετικής άποψης. Καταφέρεται κατά πάντων σαν να είναι ο αδιαμφισβήτητος εκφραστής της αλήθειας, του σωστού και της ηθικής. Τα κείμενά του είναι λίβελλοι και πολεμικές, χωρίς επιχειρήματα, αλλά με συναισθηματισμούς, αμετροεπή επιθετικότητα, με ανεπίτρεπτη λεκτική βιαιότητα και ύβρεις. Διασπείρουν μισαλλοδοξία, πόλωση και εμφυλιοπολεμικό μένος.

Τελευταίο δείγμα είναι πρόσφατο άρθρο του σε πρωινή εφημερίδα με αφορμή την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την Βουλή, το οποίο από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχει μόνο ψεύδη και ύβρεις. Σε αυτό τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τον Κολοκοτρώνη, τον Λεωνίδα και τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά! Πιστεύει ότι σήμερα ζούμε σε «συλλογική συμφορά» και χαρακτηρίζει τους υποστηρικτές της Συμφωνίας στα ΜΜΕ «παραχαράκτες», διότι κατασκευάζουν «εντυπώσεις», και όσους τους πιστεύουν ότι είναι «ευνουχισμένοι από τη σχολική παιδεία», και μεταβολίζουν «άσκεπτα, άκριτα και παθητικά τις τηλεοπτικές εντυπώσεις».

Οι πολιτικοί αντιμετωπίζονται ως «συμπτώματα αρρώστιας μολυσματικής, σωστής λοιμικής», κατηγορούνται ότι «παρα-φρονούν: αρρωσταίνουν βαρειά». Οι «ριζοσπαστικοί» αριστεροί αποκαλούνται «χαμερπείς λακέδες των Αγορών και του ΝΑΤΟ», «ξεπουλάνε με άθλια τεχνάσματα πατρώα γη και προγονική ιστορία». Ο πρωθυπουργός αποκαλείται «αυτουργός της πρόσφατης ιεροσυλίας (ασέλγειας στην ελληνικότητα της Μακεδονίας)», «επιδεικτικά εξαγορασμένος» και μαζί με τους άλλους  κυβερνώντες είναι άτομα με «αρρωστημένο ψυχισμό». Οι βουλευτές των άλλων κομμάτων που ψήφισαν τις κυβερνητικές επιλογές είναι «νηπιακά μωρόπιστοι, προσήλυτοι στην ιεροσυλία». Οι δε ιστορικοί, που υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις από αυτόν, χαρακτηρίζονται «μισθωμένοι μανδαρίνοι των Αγορών και του ΝΑΤΟ». Όλοι οι πολιτικοί συλλήβδην «συμπληρώνουν το σκηνικό της νεκροπομπής».

Είναι εμφανές ότι πρόκειται για άρθρο γεμάτο ακρότητες, υπερβολές, μακάβριες εικόνες, με χυδαία υβρεολόγια για τους πάντες. Δεν έχει κανένα έλλογο επιχείρημα, παρά μόνο απαξίωση και διχαστικό φανατισμό. Το ύφος και το ήθος του άρθρου θυμίζουν την μεσαιωνική ατμόσφαιρα του μίσους στον Εθνικό Διχασμό του 1916-17 με το «Ανάθεμα» κατά του Ελ. Βενιζέλου και τον «λιθοβολισμό» στο Πεδίο του Άρεως, με κύριο συντελεστή την ορθόδοξη Εκκλησία.

Όμως ο Γιανναράς δηλώνει χριστιανός, υμνεί τη θρησκεία «της αγάπης, της ταπείνωσης και της συγχώρεσης». Πρόκειται προφανώς για υποκρισία, διότι διαδίδει τα αντίθετα: το μίσος κατά των ετεροδόξων και την εξαφάνισή τους, με την έπαρση και την αλαζονεία του κατόχου της μοναδικής και αιώνιας αλήθειας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος της θρησκείας: επιτρέπει στους πιστούς της να υποστηρίζουν  θεωρητικά ανθρώπινες αξίες και να πράττουν τα ακριβώς αντίθετα. Οι βίαιες και ακραίες απόψεις θα μπορούσαν να αποσοβηθούν εάν υπήρχε έστω ένα ελάχιστο ψήγμα φιλοσοφικής κουλτούρας, με βάση τη νηφαλιότητα, τον διάλογο, τα επιχειρήματα, τον αναστοχασμό και τον σεβασμό του Άλλου. Δυστυχώς αυτά δεν αποκτώνται στα θεολογικά δόγματα και στον εθνικιστικό φανατισμό.

Το άρθρο αυτό συντελεί στον εθνικιστικό επικίνδυνο διαχωρισμό σε «πατριώτες» και «προδότες», σε «υγιείς» και «αρρώστους». Σπέρνει τη μισαλλοδοξία και προτρέπει τους «εθνικόφρονες» και «υγιείς» να εξοντώσουν τους «αρρώστους» και τους «προδότες», δηλ. αυτούς που σκέπτονται διαφορετικά από τον ίδιο. Χαρακτηρίζει τους διαφορετικά σκεπτομένους ή έστω τους αντιπάλους ως εχθρούς. Φυσικά ο  εχθρός, κάθε εχθρός, πρέπει να ηττηθεί, να εξοντωθεί, να καταστραφεί. Στοχοποιεί έτσι πρόσωπα, κόμματα, απόψεις και προτρέπει στην εξαφάνισή τους. Αυτά είναι στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας. Αναρωτιέται κανείς σε τι διαφέρουν τα γραφόμενα του Γιανναρά από τις εμφυλιοπολεμικές κραυγές των χρυσαυγιτών που διαδίδουν την εχθρότητα στην ανοικτή κοινωνία, το μίσος προς την ελευθερία, την ηθική και πολιτική εξαχρείωση. Είναι πλέον εξόφθαλμο ότι ο λόγος του Γιανναρά είναι μία από τις φωλιές στις οποίες εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού, είναι πηγή φασιστικών σημασιών.  

 ΑΝΑΠΟΔΑ

 

Ιαν. 27, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

οikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

                                                                       Εις μνήμην Λευτέρη Καπώνη

                                                                   και Ηρώδη Μπακογιάννη

 

Για το βιβλίο, Γ. Κτενάς-Α. Σχισμένος (επιμ.),

Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη

και η σημασία της για μας σήμερα,

Ευρασία, Αθήνα 2018.

 

Στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη παρατηρείται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το έργο του εκφρασμένο σε συνέδρια, βιβλία, αφιερώματα και διδακτορικές διατριβές. Είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον αυτό για έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ου αιώνα, του οποίου η εμβέλεια και η αξία αναδεικνύονται στον 21ο αιώνα. Ο παρών συλλογικός τόμος συγκεντρώνει είκοσι εισηγήσεις που έγιναν στο διεθνές συνέδριο  το 2017 στο Πάντειο, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Καστοριάδη. Οι εισηγήσεις εξετάζουν αρκετές πλευρές του έργου του (ψυχανάλυση, φιλοσοφία, επιστημολογία, πολιτική), αναδεικνύοντας την επικαιρότητα και τη σημασία του για τη σημερινή εποχή. Αρκετές επίσης εισηγήσεις εξετάζουν την σχέση του με άλλους στοχαστές (Καντ, Μαρξ, Βέμπερ, Λούκατς, Λασκ, Άρεντ, Ρικέρ, Λεφόρ, Μπαντιού, Χάμπερμας), αναδεικνύοντας τις ομοιότητες, τις αποκλίσεις και την ιδιαιτερότητα του καστοριαδικού έργου. Θέτουν και αναλύουν σημαντικά ζητήματα, συνεχίζοντας τη συζήτηση που ξεκίνησε με παρόμοιες προσπάθειες και δημιουργώντας ένα πλαίσιο για περαιτέρω συζήτηση.

Η συζήτηση αυτή είναι ζωτικής σημασίας σήμερα που η ανθρωπότητα βιώνει μία πολλαπλή κρίση και η οποία έχει ιδιαίτερα θλιβερές συνέπειες στην Ελλάδα. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές χρειάζεται προσανατολισμός για έξοδο από την κρίση. Για τον προσανατολισμό αυτόν το έργο του Καστοριάδη εκτός από την φιλοσοφική και θεωρητική του σημασία έχει και μία κύρια πτυχή που μπορεί να βοηθήσει – όχι να καθοδηγήσει όπως ο μαρξισμός. Η πτυχή αυτή είναι η σημασία της πολιτικής πράξεως προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας, αφού ο πυρήνας του έργου και της ζωής του Καστοριάδη είναι η ατομική και συλλογική αυτονομία που έχει ως προϋπόθεση και ουσία το καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας. Αυτή όμως δεν μπορεί να ερευνηθεί μόνο θεωρητικά στα πανεπιστημιακά πλαίσια, αλλά είναι κυρίως πολιτική υπόθεση, πολιτικό πρόταγμα. μπορεί να προχωρήσει και να πραγματοποιηθεί μόνο με κοινωνικές και πολιτικές πράξεις, πολιτικές κινήσεις και δράσεις από ομάδες πρωτοβουλίας και διαφωτισμού με σκοπό τη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος για την αλλαγή του συστήματος. Μόνο έτσι μπορεί να αναδειχθεί η κοινωνική-πολιτική  εικόνα της αυτονομίας. Διαφορετικά κινδυνεύει να χαθεί στον κατατεμαχισμό του έργου του σε πανεπιστημιακές μελέτες, βιβλιογραφικές αναφορές και υποσημειώσεις.

Έτσι το εν λόγω βιβλίο δίνει την ευκαιρία να διευκρινισθούν ορισμένα βασικά ζητήματα. Ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα είναι το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι αναγκαία μία διευκρίνιση, διότι ο όρος «πρόταγμα» χρησιμοποιείται από διάφορες πλευρές με τέτοιο τρόπο που τον αποδυναμώνουν από το ουσιαστικό πολιτικό του νόημα. Στην αντίληψη του Καστοριάδη, το πρόταγμα δεν είναι μόνο η επιθυμία και η θεωρία για την αλλαγή του συστήματος, αλλά και η πολιτική δραστηριότητα η οποία ενσαρκώνει το όραμα αυτό. Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι μία φυσική κατάσταση ή εγγεγραμμένο σε κάποιους ιστορικούς νόμους, αλλά πολιτική δημιουργία των ανθρώπων, του κοινωνικού πλήθους. Ο Καστοριάδης διαπιστώνει σε  κάποιες χαρακτηριστικές ιστορικές περιόδους, όπως στην αρχαία Ελλάδα και στους Νέους Χρόνους, μία επιθυμία και δράση για ελευθερία, για δημοκρατία, ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, για αλλαγή της υπάρχουσας θέσμισης που όντως άλλαξαν τον ρου της ιστορίας με δημιουργία νέων δημοκρατικών θεσμών και σημασιών. Αυτές τις κοινωνικές ριζοσπαστικές ενέργειες ονομάζει ο Καστοριάδης πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ο ίδιος υιοθετεί.

Υπό αυτήν την άποψη δεν υπήρξε στην ιστορία πρόταγμα του κοινοτισμού ή του κομμουναλισμού, ούτε της απομεγέθυνσης ή των κοινών, που ακούγονται τελευταίως. Υπήρξαν όμως επί μέρους σύγχρονα κοινωνικά εγχειρήματα. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, είναι κατάχρηση να χρησιμοποιείται οπουδήποτε, για κάθε άποψη ή εγχείρημα, ο όρος «πρόταγμα», εκεί ακριβώς που θα αρκούσε ο όρος πρόταση ή εγχείρημα - πρόταση του κοινοτισμού, πρόταση της απομεγέθυνσης, των κοινών. Τα εγχειρήματα αυτά πρέπει να υπαχθούν σε ένα συνολικό δημοκρατικό πρόταγμα, αντί να χρησιμοποιούν τη δράση τους ως υποκατάστατο της πολιτικής.

Ένα άλλο σχετικό με το προηγούμενο ζήτημα είναι η τελική και οριστική ρήξη του Καστοριάδη με τον Μαρξ και την Αριστερά ήδη από τη δεκαετία 1960. Η κριτική του υπήρξε ολοσχερής, έτσι που η πολιτική πρότασή του για την άμεση δημοκρατία όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε είδος κομματικής ή εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά επί πλέον αυτές είναι εμπόδιο στην ευδοκίμηση του προτάγματος της αυτονομίας. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρξει κάποια αξιόλογη προσπάθεια προς τη δημοκρατική κατεύθυνση και την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας πρέπει να γίνει πλήρης απεξάρτηση από τον Μαρξ και τον μαρξισμό και ταυτοχρόνως πλήρης απεγκλωβισμός και αποτοξίνωση από κάθε είδους Αριστερά. Η λογική του «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων» (εν μέρει Αριστερά, εν μέρει  Καστοριάδης) μπορεί να λύνει τα ατομικά και υπαρξιακά αδιέξοδα ή τις βλέψεις προσωπικής καριέρας, αλλά οδηγεί πάντα σε τερατογενέσεις και αδιέξοδα στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Το πρόταγμα της αυτονομίας απουσιάζει σήμερα. Το ζητούμενο που αναδύεται μέσα από το έργο του Καστοριάδη είναι η πράξις, η πολιτική δράση για την αλλαγή του υπάρχοντος ολιγαρχικού συστήματος, για την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας με στόχο κεντρικές θεσμικές αλλαγές. Στην προοπτική αυτή αξίζει να σημειωθεί και μία άλλη ενδιαφέρουσα συλλογική έκδοση με πολιτικά κείμενα από ομιλίες και συζητήσεις που έγιναν ανά την Ελλάδα το 2017 με τίτλο «Ο Καστοριάδης και εμείς», εκδόσεις Βαβυλωνία, 2018. Αυτή η έκδοση και το παρόν βιβλίο θα εμπλουτίσουν οπωσδήποτε τη θεωρητική και την πολιτική συζήτηση.

ΑΝΑΠΟΔΑ

Ιαν. 27, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας,

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ;

 

Με την ευκαιρία των 200 ετών από την γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός από τους πιο γνωστούς στοχαστές και ταυτόχρονα από τους πιο αμφιλεγόμενους, δίνεται η ευκαιρία να εκτιμηθεί ο ρόλος του στην ιστορία των ιδεών και στην πολιτική πρακτική. Έχουν περάσει άλλωστε αρκετές δεκαετίες από τότε που ο Γερμανός στοχαστής ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων και των εμβληματικών κινημάτων ανά τον κόσμο. Οι ιδέες του έχουν υποστεί κριτική από ποικίλες πλευρές ενώ τις τελευταίες δεκαετίες η αίγλη του έχει υποχωρήσει. Το μεγαλύτερο πλήγμα δόθηκε μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων και την εμφανή αμηχανία και αδυναμία των απανταχού μαρξιστών να δώσουν μία αξιοπρεπή απάντηση.

Από τα αρνητικά στοιχεία του έργου του δεν μπορούμε εδώ να δούμε παρά μόνο μερικά.  Ένα μεγάλο μειονέκτημα του Μαρξ ήταν το ότι υπερτίμησε τη θεωρία (του) και την παρουσίασε ως τη μοναδική «επιστημονική» αλήθεια για τον κόσμο - κυρίως την άποψή του ότι οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής είναι το καθοριστικό στην ιστορία. Επεξεργάσθηκε έτσι τη θεωρία τού «ιστορικού υλισμού», που εισήγαγε «νόμους» στην εξέλιξη της ιστορίας, δηλαδή ιστορική νομοτέλεια. Στη βάση αυτή ανήγαγε το προλεταριάτο στην καθοριστική τάξη της καπιταλιστικής ανατροπής για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού, με μεταβατικό στάδιο τον σοσιαλισμό. Αυτά όμως που ο Μαρξ θεώρησε ως «νόμους» της αντικειμενικής πραγματικότητας δεν ήταν παρά οι δικές του απόψεις που επέβαλε στην πραγματικότητα, με συνέπεια τη διαστρέβλωσή της και την στρεβλή εικόνα  της σε εκατομύρια άτομα ανά τον κόσμο.

Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο του Μαρξ είναι η μηχανιστική αντίληψη για τον άνθρωπο που συνοψίζεται στη φράση του «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που ορίζει το Eίναι τους, αλλά αντίστροφα το κοινωνικό τους Eίναι καθορίζει τη συνείδησή τους». Η διάψευση αυτής της θέσης μπορεί να συναχθεί από την ανθρώπινη ιστορία. Εάν οι άνθρωποι  καθορίζονταν από το κοινωνικό τους είναι δεν θα είχαν φθάσει σε άλλες καταστάσεις, σε άλλες θεσμίσεις, θα είχαν παραμείνει στο αρχικό στάδιο του υποτιθέμενου καθορισμού τους από την κοινωνική τους κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι το κοινωνικό είναι δεν υπάρχει αντικειμενικά, αλλά είναι ανθρώπινη δημιουργία.

Το πιο μεγάλο μειονέκτημα της μαρξικής θεωρίας που αποδείχθηκε μοιραίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η απουσία της δημοκρατίας από το έργο του. Η απουσία αυτή φαίνεται ήδη το 1848 όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυκλοφορούν το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», στο οποίο ασκούν δριμεία κριτική στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και ευαγγελίζονται μία άλλη κοινωνία, την κομμουνιστική. Το «Μανιφέστο» ξεκινάει με την περίφημη φράση: «Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη - το φάντασμα του κομμουνισμού». Οι δύο συγγραφείς του εννοούσαν ότι η επικείμενη προλεταριακή επανάσταση θα ανέτρεπε την αστική εξουσία, θα εγκαθιστούσε την εργατική κυριαρχία και τον κομμουνισμό. Φυσικά οι δύο εμπνευσμένοι συγγραφείς του Μανιφέστου έπεσαν έξω, όπως και σε πολλές άλλες απόψεις και προφητείες τους. Εξέλαβαν την επιθυμία τους και τη φαντασίωσή τους ως πραγματικότητα.

Το σημαντικό όμως είναι ότι στο «Μανιφέστο»  η έννοια της δημοκρατίας απουσιάζει εντελώς, δεν απασχολεί τους συντάκτες του ούτε στα υπόλοιπα έργα τους. Κάποιες γενικές θεωρητικές σκέψεις εκφράζει ο Μαρξ μόνο στην «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου» (1843-44). Εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου, ένα στοιχείο που έμελλε να παίξει βαρύνοντα αρνητικό ρόλο στα μετέπειτα χρόνια. Το στοιχείο αυτό είναι το γεγονός ότι η κριτική και η αντίσταση στον καπιταλισμό και την αστική ολιγαρχία ξεκινά και εδραιώνεται με απουσία της δημοκρατίας. Η αντίπαλη και εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, την οποία αντιπροτείνουν ο Μαρξ και ο κομμουνισμός, ήταν η αντιδημοκρατική «δικτατορία του προλεταριάτου». Όταν λέω δημοκρατία δεν εννοώ το αντιπροσωπευτικό καθεστώς που είναι καθαρά ολιγαρχικό, αλλά την άμεση δημοκρατία.

Αυτά όλα αποδείχθηκαν ολέθρια τόσο για την σκέψη όσο και κυρίως για την πολιτική πρακτική που επιβλήθηκε σε εκατομμύρια άτομα προκαλώντας αδιέξοδα και ανθρωπιστικές ερημώσεις. Αυτά δεν σημαίνουν ασφαλώς ότι ο Μαρξ δεν έχει θετικά στοιχεία στο έργο του. Όμως τα αρνητικά καθόρισαν ένα μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου» αξίζει ασφαλώς μία θέση  στην ιστορία της σκέψης, μαζί με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Κάντ, τον Χέγκελ. Δεν μπορεί όμως το έργο του να έχει κάποιο προνομιούχο ρόλο για την σκέψη και την πολιτική, όπως είχε παλαιότερα.

Ευτυχώς σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί που να πιστεύουν πια στις λανθασμένες δογματικές θέσεις του Μαρξ και να θεωρούν τη θεωρία του οδηγό για πολιτική δράση. Μόνο κάποιοι αριστεροί αμετανόητοι, μαρξιστές, μεταμαρξιστές ή νεομαρξιστές προσπαθούν να αναβιώσουν εις μάτην τις ιδέες του. Υποστηρίζουν ότι, παρά τις συνεχείς αποτυχίες της, τις μεγάλες διαψεύσεις και τις έκδηλες αδυναμίες της, η μαρξική θεωρία αποτελεί τη «μία και μοναδική θεωρία για την υπέρβαση του καπιταλισμού»,  συμπληρωμένη ή διορθωμένη από τους νέους αριστερούς διανοούμενους. Έτσι όμως παραμένουν απλώς «τεφροδόχοι της κρύας στάχτης του μαρξισμού».

 ΑΝΑΠΟΔΑ

Μαρ. 10, 2018

[Δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη, Α΄ Μέρος, στην Νέα Κοινωνιολογία, αρ. 43, Χειμώνας 2006-2007, και Β΄ Μέρος, στο Αντί, αρ. 845, Ιούνιος 2005]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Δρ Φιλοσοφίας

Για το βιβλίο του Φ. Τερζάκη,

Το πνεύμα στην εξορία, Παπαϊωάννου-Καστοριάδης-Αξελός

Έρασμος, Αθήνα, 2003, σ. 69

 

Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στους τρεις «εξορίστους» από το 1945 στο Παρίσι Έλληνες στοχαστές, Παπαϊωάννου (σ. 22-33), Καστοριάδη (σ. 34-59) και Αξελό (σ. 60-69). Αν και όπως φαίνεται από την ποσότητα των σελίδων, η μερίδα του λέοντος ανήκει στον Καστοριάδη, εν τούτοις το βιβλίο διαποτίζεται από την αρχή έως το τέλος από την μορφή του Παπαϊωάννου.

          Ηδη από πολύ ενωρίς, στην «Εισαγωγή» του, ο Φώτης Τερζάκης (εφεξής ΦΤ)  αφήνει τις προθέσεις του να φανούν: μείωση και υποτίμηση του Κορνήλιου Καστοριάδη (σ. 16) και «αναβάθμιση» του Κώστα Παπαϊωάννου (σ. 17). Πράγματι, ο ΦΤ αποδίδει την καστοριαδική έννοια συλλογικό φαντασιακό στην έννοια «ιστορικό ασυνείδητο» του Παπαϊωάννου, και την καστοριαδική κριτική του μαρξισμού «ως ιδεολογία της ετερονομίας», στις υποδείξεις του Παπαϊωάννου σχετικά με τον «τεχνικισμό» του Μαρξ (σ. 19, 27 ). Όμως οι οφειλές ενός στοχαστή σε κάποιον άλλον είναι ένα θέμα που χρειάζεται συζήτηση, αναλυτική και πειστική, και όχι βιαστικούς αφορισμούς αυτού του είδους, και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν μειώνει την αξία του πρώτου ούτε αυξάνει την αξία του δευτέρου,  πράγμα που κάνει με απλοϊκό τρόπο ο ΦΤ, ο οποίος εξυψώνει τον Παπαϊωάννου και τον τοποθετεί στην κορυφή της τριάδας των τριών «εξορίστων» φιλοσόφων: «Παρότι λίγο νεώτερος απο τους άλλους, ο Παπαϊωάννου - σήμερα το βλέπουμε καθαρά - υπήρξε ο πλέον ευαίσθητος και βαθύς, ο πλέον ρηξικέλευθος από τους τρείς, στον οποίο χρωστούν ήδη πολλά οι άλλοι δύο» (σ. 17). Η άποψη αυτή της «εισαγωγής» επαναλαμβάνεται ακόμη τρείς φορές στη συνέχεια: σχεδόν αυτούσια όταν εξετάζει το έργο του Καστοριάδη (σ. 39), και μάλιστα σε όλη σχεδόν την σελίδα αναφέρει πάλι την προσφορά του Παπαϊωάννου. Επαναλαμβάνεται επίσης με παραλλαγή όταν εξετάζει  το έργο του Αξελού (σ. 62), και φυσικά πάλι όταν εξετάζει το έργο του ίδιου του Παπαϊωάννου.

          Αυτή η λάιτμοτιβ άποψη είναι βεβαίως  μια προσωπική γνώμη του ΦΤ, την οποία δεν την αποδεικνύει - θέμα γούστου που θάλεγε και ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης. Αυτή όμως αφορά την παρέα του ΦΤ και δεν είναι σοβαρή δημόσια κριτική, της οποίας η δεοντολογία επιβάλλει την υποστήριξη των απόψεων, θετικών και αρνητικών, με ανάλυση και επιχειρήματα. Η ένστασή μου αυτή δεν θέλει να υποτιμήσει την αξία και την θεωρητική προσφορά του Παπαϊωάννου, αλλά να διαφωνήσει με την οιονεί δημοσιογραφική αντίληψη των φιλοσοφικών καλλιστείων που αναπτύσσει ο ΦΤ.

         Εκτός του Παπαϊωάννου, ο ΦΤ αποδίδει και όλες σχεδόν τις άλλες κύριες ιδέες του Καστοριάδη σε κάποιον άλλον στοχαστή, με σκοπό να μειώσει την πρωτοτυπία του (σ. 42, 46, 47, 49, 50, 51). Και σε αυτήν την περίπτωση ο ΦΤ πάλι δεν παραθέτει όχι μόνο ανάλυση και επιχειρήματα αλλά ούτε καν παραπομπές ή έργα,  παρά μόνο ορισμένα ονόματα. Ακόμη και όταν μια φορά αναφέρεται στην «πρωτότυπη συμβολή του Καστοριάδη» (σ.49), σπεύδει αμέσως να την αποδυναμώσει αναφέροντας τα ονόματα του Χούσσερλ και του Gombrich, και αμέσως πριν, τα ονόματα του Καντ, του Χάιντεγκερ και του Φρόυντ, έτσι που η πρωτοτυπία του Καστοριάδη δεν είναι σαφής και ουσιαστικώς εξαφανίζεται.

        Ο ΦΤ γράφει επίσης: «η υπέρμετρη φιλοδοξία του [Καστοριάδη] τον οδηγεί σε μιά – εξεζητημένη πολλές φορές - προσωπική ορολογία, η οποία ... συχνότατα χρησιμεύει στο να κρύβει το χρέος του Καστοριάδη σε κάποιους θεωρητικούς του προδρόμους» (σ.45). Η αλήθεια είναι διαφορετική. έκαστος φιλόσοφος όταν συλλαμβάνει με τον δικό του τρόπο (ίδιον) τον κόσμο, την κοινωνία, την ιστορία και τον άνθρωπο, οδηγείται και στην αντίστοιχη προσωπική ορολογία, σχηματίζει το δικό του λεξιλόγιο. Ετσι και ο Καστοριάδης ανέπτυξε την ορολογία του, στην αρχή ξένισε, αλλά τελικώς  επέβαλε πολλούς όρους μεταξύ των οποίων «φαντασιακό», «θέσμιση», «φαντασιακές σημασίες», «πρόταγμα», «αυτονομία», «δημιουργία εκ του μηδενός», κ.ά. που είναι ήδη κοινοί τόποι και στα χείλη των περισσοτέρων. Ποια λοιπόν ορολογία θεωρεί ο ΦΤ εξεζητημένη; Η  ορολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στην εποχή της δεν θα χαρακτηριζόταν εξεζητημένη με τους νεολογισμούς που εισήγαγαν; Η δαιδαλώδης ορολογία του Καντ λ.χ. της πρώτης κριτικής είναι εξεζητημένη; Η μήπως του Χέγκελ και του Μαρξ; Ποια είναι, τέλος, αυτή η «υπέρμετρη φιλοδοξία» του Καστοριάδη στην οποία αναφέρεται ο ΦΤ ;

     Στην σ. 46 επαναλαμβάνει επίσης ο ΦΤ ότι ο Καστοριάδης «ήταν πάντα απρόθυμος να αναγνωρίζει τις επιρροές του» πράγμα που είναι λανθασμένο, διότι πολλές φορές αυτό γίνεται, όπως δύναται να διαπιστώσει ο προσεκτικός και αμερόληπτος αναγνώστης. Παραθέτουμε ορισμένες ενδείξεις,  λ.χ. στην Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας  ή στο Fait et a Faire, οι πηγές εμπνεύσεως του Καστοριάδη δηλώνονται ρητώς, όπου εκτός του Καντ, του Χέγκελ, του Μαρξ, του Βέμπερ, του Φρόυντ, και της Μελανί Κλάιν αναφέρονται επίσης ο Αριστοτέλης, οι σοφιστές, ο Μοντεσκιέ, ο Φίχτε, ο Χάιντεγκερ κ.ά. Οσον αφορά την διαμόρφωσή του επίσης αναφέρει τους γονείς του, ορισμένους καθηγητές του στο Γυμνάσιο-Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο και τον Στίνα.  

            Ο ΦΤ αποδίδει επί πλέον στον Καστοριάδη «προσποίηση επιστημονικότητας ή φιλοσοφικού προφητισμού», πάλι χωρίς εξήγηση και δικαιολόγηση της απόψεώς του (σ. 19). Η άποψη αυτή αδικεί τον Καστοριάδη, ο οποίος είναι από τους λίγους σπανίζοντες σημερινούς φιλοσόφους, ο οποίος προσπάθησε να στηρίξει και να δικαιολογήσει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας στοιχεία και επιχειρήματα από όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού, με τον ζήλο και την γνώση του ειδικού  σε έκαστο τομέα. Φιλοσοφία, Ψυχανάλυση, Μαθηματικά, Φυσική, Βιολογία, Επιστημολογία, Πολιτική, Κοινωνιολογία, Οικονομία, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Λογοτεχνία αρχαία και νέα, διατρέχουν το έργο του όχι ευκαιριακώς και δευτερευόντως, αλλά ουσιαστικώς και λειτουργικώς, προσφέροντας αρμούς και βασικά στοιχεία στην οικοδόμηση της αναλύσεως και της σκέψεώς του. Οποιος έχει διατρέξει την Φαντασιακη θέσμιση της κοινωνίας, και άλλα κείμενά του μένει κατάπληκτος από τον πλούτο των αναλύσεων, την γνώση όλων των ανωτέρω επιστημών, την κριτική ανάλυση ειδικών θεμάτων, την πρωτοτυπία και την προσωπική ματιά της κριτικής του, το εύρος και την συνθετότητα των θεμάτων. Οσον αφορά τον «φιλοσοφικό προφητισμό» δεν υπάρχει τέτοιος στον Καστοριάδη, όπως υπάρχει λ.χ. στον Πλάτωνα, στον Χέγκελ ή τον Μάρξ.  άν ο ΦΤ τον συγχέει με την πολιτική ανάλυση και τις πολιτικές εκτιμήσεις του Καστοριάδη, αυτό είναι άλλο θέμα και θα επανέλθω επ’ αυτού προς το τέλος του κειμένου.        

        Ο ΦΤ φαίνεται να ενοχλείται από την αίγλη και το κύρος του Καστοριάδη, που το θεωρεί «πολύ ευρύτερο απ’ ότι φυσιολογικά δικαιούται» και προσπαθεί να το μειώσει αποδίδοντάς το σε «μιά ειδική συγκυρία» (σ. 37). Αυτό που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη δεν ήταν καμιά ειδική συγκυρία. αντιθέτως αυτή ήταν αντίθετη στις πρωτοπόρες και ρηξικέλευθες ιδέες του κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κατά τις οποίες υπήρξε απόλυτη σιωπή για το έργο του. Ο Καστοριάδης αναγνωρίζεται στην Γαλλία μετά τον Μάη ’68 και κυρίως μετά την δημοσίευση της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας  το 1975,  και στην Ελλάδα κατά  την δεκαετία του ’80. Αυτό λοιπόν που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη ήταν η αξία του έργου του, η βαθύτητα, το εκπληκτικό εύρος των ενδιαφερόντων του, η δύναμη της επιχειρηματολογίας του, η εμβέλειά  του ως καθολικού στοχαστή, κριτικού διανοητή και εικονοκλάστη φιλοσόφου, που δεν δίστασε να αντιπαρατεθεί με όλες τις ορθοδοξίες και τα ιερά τέρατα, τις κυρίαρχες και καθιερωμένες αντιλήψεις.

         Τι σημαίνει επίσης αυτό το προκρούστειο «απ’ ό,τι φυσιολογικά δικαιούται»; Ποιός ορίζει και ποιός κρίνει το «φυσιολογικό»; - εκτός βεβαίως του ΦΤ.   Εκφράσεις τοιούτου είδους στερούνται νοήματος όπως επίσης και η φράση του ότι ο Καστοριάδης στην κριτική τού μαρξισμού «στάθηκε περισσότερο υψηλόφωνος από τον καθέναν - υψηλόφωνος μέχρις υποψίας» (σ. 17). Τι υποψιάζεται δηλαδή ο ΦΤ και δεν ενημερώνει και τους άλλους; Εδώ εμφωλεύει μια περίεργη αντίληψη περί μέτρου και  ορίου που διακατέχει τον ΦΤ, και την οποία δεν διευκρινίζει. Αντιθέτως απ’ ό,τι πιστεύει ο ΦΤ, ο Καστοριάδης δεν υπήρξε «υψηλόφωνος» και οι ιδέες του όπως λ.χ. για το φαντασιακό, για την ιστορίαωςποίησιν, για την δημιουργία εκ του μηδενος, για την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία, όχι μόνο δεν έχουν αίγλη αλλά ούτε  συζητούνται στην σύγχρονη εποχή της ασημαντότητας και της ιδιώτευσης, εκτός ενός περιορισμένου κοινού. Επιβάλλεται λοιπόν οι ιδέες αυτές να συζητηθούν από ευρύτερα στρώματα, δικαιούνται ευρύτερης προβολης ως αντίδοτο στην εξαιρετικώς στείρα εποχή και στην ένδεια του φιλοσοφικού και του πολιτικού λόγου.

       Μιά άλλη αντίληψη του Καστοριάδη, με την οποία δεν συμφωνεί ο ΦΤ, είναι η άμεση δημοκρατία και προτείνει να μετριάσουμε «κάπως τη δοξαστική αντιμετώπιση της ελληνικής δημοκρατίας» (σ. 57). Δηλαδή τι προτείνει, ποιες πολιτικές προτάσεις κομίζει ο ΦΤ σε αντιδιαστολή με την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία; Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ ο ΦΤ ασκεί κριτική σε πολιτικές θέσεις και στο πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας, εν τούτοις δεν παρουσιάζει ουδεμία δική του πολιτική θέση. Αυτό δύναται κάλλιστα να ερμηνευθεί ως ένα είδος μεταμοντερνισμού, αλλά όταν ασκείται κριτική ή απόρριψη, πρέπει να διασαφηνίζεται γιατί ασκείται αυτή η κριτική ή τέλος πάντων τι προτείνεται ως πιο σωστό ή εφικτό. Διαφορετικά η απόρριψη είναι τυφλή και μηδενιστική.   

          Χαρακτηρίζει επίσης ο ΦΤ το πρόταγμα της αυτονομίας ως «αμφιλεγόμενο». Αυτή την άποψη ο ΦΤ  δεν την υποστηρίζει με επιχειρήματα αλλά με μιά ρητορική ερώτηση: πώς έγινε δυνατό αυτό το στοιχείο της αυτονομίας «να καταπνιγεί  από δυνάμεις όχι εξωτερικές, αλλά δυνάμεις που αναδύθηκαν μεσ’ από την ίδια του την εκδίπλωση;». Την απάντηση θα έχει ο ΦΤ όταν διασαφηνίσει ποιες είναι αυτές οι «δυνάμεις», τις οποίες δεν προσπαθεί να συγκεκριμενοποιήσει. Από την άλλη η αιτιολογία που προτείνει ο ΦΤ για την ανάδυση της ελληνικής δημοκρατίας αφ’ενός είναι ευφάνταστη ταυτολογία και γι’ αυτό δεν μπαίνει στον κόπο και ο ίδιος να επιχειρηματολογήσει,  και αφ’ετέρου την διατυπώνει με όρους που ακροβατούν σε κενό, ταυτοχρόνως φραστικό, πολιτικό και ιστορικό (με τα ίδια του τα λόγια και υπογραμμίσεις δικές μου, σ. 57: «Σε ένα πιο παρατηρητικό μάτι η ελληνική δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα θα μπορούσε να φανεί ως το πολύ ιδιαίτερο προϊόν μιας εξαιρετικά λεπτής και πρόσκαιρης ισορροπίας ανάμεσα  σε δύο ασύμβατες εν πολλοίς ιστορικές κληρονομιές».

 

        Οσον αφορά την «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ρητορική υπεράσπισης του δυτικού πολιτισμού» εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΦΤ έχει σύγχυση και δεν διακρίνει τι ακριβώς υπερασπίζεται ο Καστοριάδης από τον ελληνο-δυτικό πολιτισμό. Πράγματι ο Καστοριάδης δεν τον υπερασπίζεται συλλήβδην, αλλά μόνο τις δημοκρατικές κατακτήσεις, ελευθερίες, και δικαιώματα, την κριτική σκέψη και αμφισβήτηση, την χειραφέτηση των γυναικών και της νεολαίας, τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους, των οποίων δημιουργός και φορέας είναι αυτός  ο πολιτισμός (ο όρος «αστικός» που χρησιμοποιεί ο ΦΤ δεν είναι του Καστοριάδη και δημιουργεί συγχύσεις, σ. 56). Με άλλα λόγια ο Καστοριάδης υπερασπίζεται το πρόταγμα της αυτονομίας και της δημοκρατίας, το οποίο δημιουργήθηκε εντός αυτού του πολιτισμού και σε κανέναν άλλον. Αντιθέτως καταγγέλλει την άλλη πλευρά του που είναι ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η αλλοτρίωση, η ψευδοορθολογικότητα,  η κατανάλωση, η τηλεθέαση και η ιδιώτευση των ατόμων. Ό Καστοριάδης επίσης είναι ο πρώτος που καταγγέλει τα σημερινά δυτικά πολιτεύματα - που αυτοχαρακτηρίζονται και θεωρούνται από πολλούς δημοκρατίες - ως ουσιαστικές ολιγαρχίες. Αλήθεια τι γνώμη έχει επ’ αυτού ο ΦΤ, και γιατί αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί; Δεν υπερασπίζεται αυτές τις κατακτήσεις; Δεν συμφωνεί ότι τα πολιτεύματα αυτά είναι ολιγαρχίες;

        Αναφέρεται επίσης ο ΦΤ στην «κατ’ ουσίαν δικαιολόγηση της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ» το 1991 εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), χωρίς πάλι να αναφέρει τις πηγές του. Προκαλώ τον ΦΤ να αναφέρει την πηγή του δημοσίως, αρκεί να μην συγχέει την αιτιολόγηση με την δικαιολόγηση- πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά με πολλούς Νεοέλληνες.

        Ο ΦΤ κάνει χρήση των διαισθητικών του ικανοτήτων και διαπιστώνει δήθεν στον Καστοριάδη, την τελευταία δεκαετία της ζωής του, «μιά ορισμένη κόπωση, μιάν αδιόρατη απογοήτευση απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα των δυτικών κοινωνιών...» (σ. 59). Το  γεγονός ότι ο Καστοριάδης διαπιστώνει την έκλειψη του προτάγματος της αυτονομίας, την φρενήρη εξάπλωση της κατανάλωσης και της τηλεθέασης, την γενικευμένη αδιαφορία των δυτικών κοινωνιών για τα κοινά, δεν σημαίνει ότι γίνεται «όλο και λιγώτερο βέβαιος» για την πραγμάτωση του προτάγματος. Ουδέποτε ο Καστοριάδης έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας με τους όρους που το θέτει ο ΦΤ – αισιόδοξος και απαισιόδοξος, βέβαιος και αβέβαιος- αλλά με τους όρους «δυνατό» και «αδύνατο». δηλαδή το πρόταγμα της αυτονομίας είναι πάντοτε δυνατό για τον Καστοριάδη, και αυτό υπεστήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του. Άλλωστε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του σχεδίαζε μαζί με άλλους την έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού, το οποίο δεν θα ήταν θεωρητικό όργανο, αλλά μιά προσπάθεια διαύγασης και επεξεργασίας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων, και σύνδεσής της με την πραγματικότητα της εποχής του (το 1996).

           Ούτε επίσης ο Καστοριάδης πίστευε ότι το πρόταγμα είναι «ουτοπικό», όπως υπαινίσσεται ο ΦΤ (σ.59), αλλά εφικτό και ρεαλιστικό από την στιγμή που αυτό είναι δημιουργία της ελληνο-δυτικής ιστορίας, ανήκει στην παράδοσή μας, από την στιγμή που υπήρξε μερική πραγμάτωσή του στην αρχαία δημοκρατία και τους Νέους Χρόνους με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τις αστικές επαναστάσεις, όπως και τις νεώτερες μορφές του με το εργατικό κίνημα, τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα των γυναικών, το οικολογικο κίνημα κ.λπ. Ολα αυτά άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στους ανθρώπους και στους θεσμούς και ενσαρκώθηκαν σε δικαιώματα, ελευθερίες, χειραφετήσεις, ουσιαστικές συζητήσεις που παραμένουν ανοικτές και ζητούν τους συνεχιστές τους.     

             Το εγχείρημα υποτίμησης του Καστοριάδη εκ μέρους του ΦΤ περατούται με το «μείζον επιχείρημα» του, που είναι ορισμένες θέσεις του βιβλίου Μπροστά στον πόλεμο (1981). Όμως πάλι ο ΦΤ κατά την προσφιλή του μέθοδο δεν αναφέρει συγκεκριμένες θέσεις, παρά ομιλεί γενικώς και αορίστως περί διαψεύσεως των «στρατηγικών εκτιμήσεων» του Καστοριάδη (σ. 58). Οπως θέτει το ζήτημα ο ΦΤ, είναι ως να υπήρξαν  άλλοι αναλυτές που επαληθεύθηκαν στις εκτιμήσεις τους, πράγμα που δεν ισχύει, αφού ουδείς αναλυτής, στοχαστής, πολιτικός ή άλλος επιστήμων προέβλεψε ή ανέμενε την εξέλιξη των γεγονότων στην πρώην ΕΣΣΔ, όχι μόνο το 1980 αλλά ούτε επίσης το 1985 ή το 1988.

        Αυτό όμως που είναι απαράδεκτο είναι η αυθαίρετη εικασία του ΦΤ, χωρίς τεκμηρίωση και στήριξη, ότι «τα στοιχεία που παραθέτει ο Καστοριάδης φωτογραφίζουν ακριβώς τις διεθνείς εκτιμήσεις του Πενταγώνου» και ότι «ο Καστοριάδης δεν αποκλείεται να επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς στοιχεία τα οποία άφηναν οι Αμερικανικές Υπηρεσίες να φθάσουν ως αυτόν, ελπίζοντας βεβαίως από την δική τους πλευρά ότι θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν» (σ.58). Κατ’ αρχήν τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Καστοριάδης στο βιβλίο του δεν τα έλαβε από τις Αμερικανικες Υπηρεσίες, αλλά από επίσημες και ανεπίσημες έγκυρες διεθνείς δημόσιες πηγές, τις οποίες αναφέρει στο βιβλίο του ρητώς και αναλυτικώς - οι πάντες δύνανται να τις ελέγξουν-, και τις οποίες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν και άλλοι. Δεύτερον μπορεί να μας εξηγήσει ο ΦΤ πώς χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί τον Καστοριάδη, στο διάστημα ’81- ’91 και να δικαιολογήσει την «αθέμιτη συστράτευση» που του αποδίδει; Είναι λίγο δύσκολο εξάλλου να φαντασθούμε τις Αμερικάνικες Υπηρεσίες να ασχολούνται με τον Καστοριάδη, και με την διοχέτευση πλαστών πληροφοριών έτσι ώστε αυτές να φθάσουν σ’ αυτόν, ο οποίος να τις γράψει και εν συνεχεία... κ.λπ. Θυμίζει ολίγον τι σενάριο ψυχροπολεμικής ταινίας με τον πράκτορα 007, και φυσικά την περίφημη συνωμοσιολογία των διεθνών υπηρεσιών, στην οποία αρκούντως με περισσή ευκολία επιδίδονται πολλοί Νεοέλληνες.

         Επι πλέον είναι γνωστό ότι ο Καστοριάδης από πολύ ενωρίς ασχολείται με την ανάλυση της ΕΣΣΔ ή Ρωσσίας, ήδη απο το 1949 στα κείμενα του στο Socialisme ou Barbarie, και κατά διαστήματα επανέρχεται, και της ασκεί παντοιοτρόπως κριτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καστοριάδης είχε «φιλοδοξία να γίνει σύμβουλος της διεθνούς πολιτικής» (sic) όπως νομίζει ο ΦΤ (σ. 58), ούτε την δεκαετία ’50 και ’60 – που ουδεμία υπηρεσία ασχολείτο μαζί του ούτε επίσης περισσότερο την δεκαετία ’80.  Απλώς ο Καστοριάδης θεωρεί ότι είναι έργο άξιο του φιλοσόφου να ασχολείται με την ανάλυση και διαύγαση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και όχι μόνο με τα αφηρημένα προβλήματα του Είναι, της υπάρξεως ή της αλήθειας. Αν και μερικές φορές οι πολιτικές εκτιμήσεις δύνανται να διαψευσθούν, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Καστοριάδης. Το πεδίο αυτό ασφαλώς δεν είναι εύκολο, αλλά ο Καστοριάδης αναλαμβάνει το ρίσκο, εν αντιθέσει με άλλους στοχαστές που απέχουν σκανδαλωδώς όχι μόνο από την πρακτική δράση αλλά και την πολιτική και κοινωνική ανάλυση, την κριτική των συγχρόνων πολιτευμάτων και πρακτικών (Σημειωτέον ότι ο Παπαϊωάννου απείχε από αυτά, και ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από ό,τι ο Καστοριαδης). Ο Καστοριάδης δεν είναι ο θεωρητικός του γραφείου και ο ακαδημαϊκός φιλόσοφος του Πανεπιστημίου. Είναι ο στοχαστής που τοποθετείται απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που συγκλονίζουν την εποχή του, παίρνει θέση, αναλύει, μάχεται. Αυτή  άλλωστε η ενασχόληση του Καστοριάδη με τα πολιτικά ζητήματα του έδωσε μιά ιδιαίτερη θέση στην πνευματική και πολιτική ιστορία. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας του Καστοριάδη θεωρητικός, πολιτικός και πρακτικός κατά του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και ιμπεριαλισμού συνέβαλε σημαντικώς στην απαξίωση και την ιδεολογική και ηθική κατάρρευσή του.

      Eίναι εμφανές ότι εδώ ασχολούμαστε με τις απόψεις του ΦΤ που αφορούν τον Καστοριάδη μόνο, και όχι με άλλες απόψεις του, όπως λ.χ το ότι φαίνεται να πιστεύει ότι κάθε «πολιτισμικός κόσμος» βαδίζει στα «ιστορικά πεπρωμένα του» (σ. 21). Η  αντίληψη αυτή είναι ξεπερασμένη στην φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την πολιτική. δεν υπάρχει πεπρωμένο και μοίρα, απλώς οι πολιτισμοί αναδύονται, σχηματίζουν την ταυτότητά τους  και... υπάρχουν. Το «πεπρωμένο» παραπέμπει σε κάποια τελεολογία, σε κάποια βούληση ή μοίρα, πρόνοια ή σχέδιο, προερχόμενα δήθεν από την Φύσιν, τον Θεό,  τον Λόγο ή τους «νόμους της ιστορίας». Παραθέτουμε λοιπόν, τελειώνοντας, ορισμένες ανακρίβειες και λάθη που υπάρχουν στο βιβλιαράκι του ΦΤ:

          Ο Καστοριάδης κατά τον ΦΤ για «ένα μεγάλο διάστημα, στη Γαλλία πλέον, θα παρέμενε στην ακτίνα δράσης του επαναστατικού τροτσκισμού» (σ. 16). Η αλήθεια είναι ότι παρέμενε δύο περίπου έτη (1945-47) στο τροτσκιστικό κόμμα - δηλαδή  στην ηλικία των είκοσι έξι (26) ετών αποχωρεί οριστικώς και διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον τροτσκισμό. Συνεπώς όταν εκδίδει το Socialisme ou Barbarie (1949) δεν συνδέεται με τον τροτσκισμό, όπως πιστεύει ο ΦΤ (σ. 37).

         Ο ΦΤ λέει ότι ο Καστοριάδης  στα τέλη της δεκαετίας του ’60 διετύπωσε την κριτική του μαρξισμού ως «ιδεολογία της ετερονομίας» (σ. 19). Η αλήθεια είναι ότι η κριτική αυτή διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Το σχετικά κείμενα του Καστοριάδη είναι: «Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1960), «Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση» (1964), «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1964-65).  Βεβαίως η κριτική του Καστοριάδη όσον αφορά τις απόψεις τού Μαρξ για την πολιτική και την οικονομία (Κεφάλαιο)χρονολογούνται από την δεκαετία του ’50, όταν δηλ. άρχισε και η κριτική του Παπαϊωάννου.

       Το περιοδικο Socialisme ou Barbarie, εκδιδόταν την περίοδο 1949 -1965 και όχι την περίοδο 1948-1966 που αναφέρει ο ΦΤ (σ. 37). Επίσης τα κείμενα του Καστοριάδη της περιόδου αυτής έχουν εκδοθεί όχι μόνο σε δύο (δίτομα) έργα, όπως αναφέρει ο ΦΤ (σ. 43),  αλλά και σε άλλα τέσσερα έργα: Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση (δύο τόμοι), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, Η Γαλλική κοινωνία. Επίσης Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας εξεδόθη στα γαλλικά το 1975 και όχι το 1974 που γράφει ο ΦΤ - και στα ελληνικά το 1981 και όχι το 1978, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 46). Το βιβλίο Μπροστά στον πόλεμο δεν είναι δίτομο, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 57), αλλά μόνο ένας τόμος - δεύτερος δεν εκδόθηκε ποτέ. Επίσης, ο Ιάννης Ξενάκης δεν διέφυγε στην Γαλλία το 1945 με το πλοίο «Ματαρόα», όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 10),  αλλά δύο χρόνια αργότερα το 1947.

        Τέλος, ο ΦΤ γράφει ότι ο θάνατος του Καστοριάδη «έγινε δεκτός με προσποιητή συγκίνηση απ’ όλους, φίλους και εχθρούς, από εκείνους που μοιράστηκαν μαζί του οράματα και σκοπούς...» (σ. 34). Αυτή η απόλυτη γενίκευση είναι βεβαίως μία υποκειμενική αυθαιρεσία, αστήρικτη και αδικαιολόγητη, και είναι επί πλέον μειωτική και υβριστική για  τους φίλους, μαθητές και συνοδοιπόρους του μεγάλου φιλοσόφου και αγωνιστή, που πράγματι διαπιστώνουν με ολοένα και περισσότερη οδύνη την απουσία του σε αυτούς τους αφάνταστα δύσκολους και κίβδηλους καιρούς. Σε αυτά, συνεπώς, που γράφει ο ΦΤ για τον Καστοριάδη υποβόσκει αφ’ενός κάποια εμπάθεια - είναι ως να ενοχλείται που ο Καστοριάδης υπήρξε μεγάλος και επικίνδυνος στοχαστής - και αφ’ έτέρου κάποια έπαρση, και προσπαθεί παντοίω τρόπω να τον μειώσει, να τον «αποκαθηλώσει», χωρίς στήριξη και επιχειρηματολογία.  

ΑΝΑΠΟΔΑ     



 





Ιουν. 6, 2017

Γραφει ο

Γιώργος Ν. Οικονόμου

 ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

Απάντηση στον Στέφανο Ροζάνη

 Στην ομιλία του Στέφανου Ροζάνη (Σ.Ρ.) για τον Κορνήλιο Καστοριάδη, την οποία άκουσα καθυστερημένα τον Απρίλιο 2017, υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, ορισμένα προβληματικά σημεία και ασάφειες, στα οποία προσπαθώ να απαντήσω εν συντομία στο παρόν κείμενο. Θα ξεκινήσω από τα πραγματολογικά στοιχεία, τα σχετικά με την κηδεία και την ταφή του Κορνήλιου Καστοριάδη, στο Παρίσι στις 3 Ιανουαρίου 1998. Επειδή είμουν παρών στην πολιτική κηδεία και ταφή του, μαζί με άλλους φίλους από την Ελλάδα, καταθέτω την εμπειρία μου.

1. Ο Σ. Ρ. λέει πως στην τελετή ήταν 10-15 άτομα. Η αλήθεια είναι πως ήταν γύρω στα 150-200 άτομα, ίσως και περισσότερα. Άλλωστε ήταν περίοδος διακοπών και αρκετοί δεν μπόρεσαν να έλθουν, όπως λ.χ. ο Κον Μπεντίτ.  

2. Ο Σ. Ρ. λέει επίσης πως δεν παραβρέθηκε ούτε ένας Γάλλος διανοούμενος. Η αλήθεια είναι πως παραβρέθηκαν αρκετοί: ο Edgar Morin (που εξεφώνησε και επικήδειο), ο Marcel Gauchet, ο Philippe Raynaud, ο Claude Lefort, ο Jean-Pierre Dupuy, ο Luc Ferry, ο Daniel Mothé κ.ά. Ο φίλος του Pierre Vidal-Naquet δεν παρέστη διότι ήταν άρρωστος (διαβάσθηκε όμως ο επικήδειος λόγος του). Βεβαίως ήταν και οι πρώην σύντροφοί του στην ομάδα Socialisme ou Barbarie, όπως και άλλοι από τις ΗΠΑ, τη Λατινική Αμερική, την Περσία, τη Φινλανδία, την Βρετανία, την Ιταλία. Aυτούς θυμάμαι εγώ μετά από είκοσι περίπου χρόνια, διότι δεν έκανα ρεπορτάζ, κάποιοι άλλοι θα θυμούνται και άλλους.  Επικήδειο έβγαλαν επίσης ο Κ. Σπαντιδάκης, η Maxi από τους παλιούς συντρόφους του στο Socialisme ou Barbarie και ο Chris Pallis (Maurice Brinton).

3. Ο Σ.Ρ. λέει με έμφαση πως αυτός που έπαιξε στην ταφή του Καστοριάδη με το κλαρίνο του το ηπειρώτικο μοιρολόι ήταν άγνωστος σε όλους. Η αλήθεια είναι πως ήταν γνωστός σε εμάς που είχαμε ταξιδέψει από την Ελλάδα, διότι είχε φροντίσει ο Κώστας Σπαντιδάκης να τον βρεί για να έλθει επί τούτου στο Παρίσι για τον σκοπό αυτό με πληρωμένα εισιτήρια. Ήταν ο Νίκος Φιλιππίδης, ο οποίος παίζει πολύ ωραίο κλαρίνο, και όταν έμαθε ποιος ήταν ο νεκρός δεν δέχθηκε να πάρει την αμοιβή που είχε συμφωνηθεί.

Να συμπληρώσω πως στην αποχαιρετιστήρια τελετή η Liz McComb τραγούδησε ένα νέγρικο σπιρίτσουαλ (Μotherless child), η Ντόρα Μπακοπούλου έπαιξε στο πιάνο την arietta από το op. 111 του Beethoven και διαβάσθηκαν κείμενα των M. Proust, R. Char και του εκλιπόντος. Ο Καστοριάδης είχε πάθος με τη μουσική, που την θεωρούσε το κατ’ εξοχήν παράδειγμα της φαντασιακής δημιουργίας. είχε πάθος με όλα τα είδη μουσικής, ιδιαιτέρως με την κλασική και την τζάζ, όχι μόνο με το ηπειρώτικο μοιρολόι.

 

***********

Όσον αφορά τώρα τις κριτικές απόψεις του Σ.Ρ. για το έργο του Καστοριάδη θα εκθέσω κάποια σχόλια, αναγκαστικώς σύντομα, διότι η περαιτέρω στήριξη θα επιμήκυνε κατά πολύ το κείμενο. Όπως θα φανεί διαφωνώ σχεδόν με όλες τις κριτικές θέσεις που προσπάθησε να εκθέσει ο Σ.Ρ.

   F. W. J.Schelling

- Ισχυρίζεται ο Σ.Ρ. πως τις θεμελιώδεις κατηγορίες του ο Καστοριάδης αντλεί μέσα από τον Schelling. ότι η συγκρότηση του φαντασιακού βρίσκεται όλη στο σύστημα του «υπερβατολογικού λογισμού» του Schelling. Δεν εξηγεί όμως την άποψή του ο Σ.Ρ. Απομένει  λοιπόν να το κάνει, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει τέτοια δικαιολόγηση, διότι η θέση του Σ. Ρ. είναι υπερβολική. Ως γνωστόν οι θεμελειώδεις κατηγορίες της νέας οντολογίας του Καστοριάδη είναι: φαντασιακό, κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, λογική των μαγμάτων (διαφορετική από την συνολιστική-ταυτιστική λογική), θεωρία της ψυχής και της μετουσίωσης, ο ιδιαίτερος τρόπος του είναι του κοινωνικού-ιστορικού, η άμεση δημοκρατία και η αυτονομία, η νέα αντίληψη περί πράξεως και πολιτικής. Αυτές όλες οι καινοτομίες είναι αδύνατον να περιέχονται στον Schelling και για μόνο το γεγονός πως η νέα θεωρία του όντος που αναπτύσσει ο Καστοριάδης προκύπτει μεβάση την αντίθεσή του σε πολλά στοιχεία που είναι μεταγενέστερα του Schelling, όπως η υπέρβαση της μαρξικής θεωρίας περί ιστορίας, κοινωνίας και οικονομίας, η μεθερμηνεία τηςφροϋδικής ψυχαναλυτικής θεωρίας, η κριτική του λακανισμού και της κυρίαρχης τότε χαϊντεγγεριανής οντολογίας, η αποδόμηση των επικρατουσών θεωριών στην κοινωνική ανθρωπολογία και πολιτική κοινωνιολογία, δηλαδή του στρουκτουραλισμού και του φονξιοναλισμού, καθώς και του μετα-στρουκτουραλισμού και του μετα-μαρξισμού. Όλα αυτά τα στοιχεί ήταν μεταγενέστερα του Schelling.  

Μπορεί ο Καστοριάδης να εμπνεύσθηκε από κάποιους στοχαστές, όπως άλλωστε και αρκετοί άλλοι, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτούς. Νομίζω πως το σημαντικό για έναν στοχαστή, αυτό δηλαδή που μας ενδιαφέρει σήμερα δεν είναι τόσο από ποιους αυτός εμπνεύσθηκε – αυτό ενδιαφέρει τους ιστορικούς της φιλοσοφίας και τους φιλολόγους. Αυτό που ενδιαφέρει είναι τι το νέο, τι το διαφορετικό κομίζει στη σκέψη και ποια στοιχεία μπορούμε εμείς να αποκομίσουμε για τη δική μας σκέψη και ελευθερία. Ο Καστοριάδης έχει πολλά στοιχεία να προσφέρει για την κατανόηση της ιστορίας  και της κοινωνίας, για την κριτική αντιμετώπιση της κληρονομημένης σκέψης, για τον προσανατολισμό μας σήμερα, για την ατομική και συλλογική αυτονομία, κυρίως δε για την πολιτική πράξη, τα οποία θα φανούν στη συνέχεια του παρόντος κειμένου. Ενώ ο Schelling, ο Κant, ο Fichte, ο Hegel και ο Stirner ελάχιστα έως μηδαμινά στοιχεία έχουν να προσφέρουν.    

Να διευκρινισθεί πάντως πως ο Schelling κάνει λόγο όχι για «υπερβατολογικό λογισμό», που αναφέρει ο Σ.Ρ., αλλά  για «υπερβατολογικό ιδεαλισμό» (transzendentale idealismus), τον οποίο μάλιστα  ο ίδιος ο Schelling θεωρεί «αντικειμενικό ιδεαλισμό», ενώ τον ιδεαλισμό του Fichte τον θεωρεί «υποκειμενικό ιδεαλισμό». Βλ. το έργο του System der transzendentalem idealismus, 1800. Πάντως το φαντασιακό δεν έχει σχέση με το «υπερβατολογικό», όπως εξηγώ  πιο κάτω στην μεθεπόμενη ενότητα. Γενικά το έργο  του Καστοριάδη δεν έχει σχέση με όλα αυτά που συγκροτούν τη φιλοσοφία του Schelling: ούτε με το «υπερβατολογικό» ούτε με τον «ιδεαλισμό», ούτε με την ταύτιση φύσης και πνεύματος, ούτε με την ταύτιση απολύτου και θεού, ούτε με τη συμμετοχή του ανθρώπου στο απόλυτο με τη διαμεσολάβηση του συναισθήματος, ούτε με την ανυπαρξία οποιουδήποτε σχήματος για πράξη, ούτε με τον «δογματικό ορθολογισμό», ούτε με την εξήγηση των φαινομένων της ανθρώπινης συνείδησης, όπως τη συνείδηση να είναι κάποιος  ελεύθερος, με βάση μία απόλυτη τάξη που προϋπάρχει στον άνθρωπο.

Οι πρόγονοι

- Σαν συνέχεια του ισχυρισμού του αυτού ο Σ. Ρ. αποφαίνεται πως το πρόβλημα του Καστοριάδη ήταν ότι θέλησε να ανατρέψει κάτι χωρίς να ανατρέψει τους προγόνους του. Και λέει πως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση του Καστοριάδη: ότι δεν δεχόταν προγόνους. Η αλήθεια είναι πως ο Καστοριάδης ανέτρεψε πολλές αντιλήψεις και πολλούς προγόνους, τους οποίους εκτιμούσε και σεβόταν. Ο ίδιος έχει δηλώσει ρητώς την οφειλή του σε πάρα πολλούς: από τους προσωκρατικούς, τους σοφιστές και τον Αριστοτέλη  μέχρι τον Σπινόζα, τον Ρουσσώ, τον Κάντ, τον Χέγκελ, τον Μαρξ και τον Φρόυντ. Όμως έχει ασκήσει ρηξικέλευθη κριτική σε αυτούς, κριτική συνεχή και όχι παροδική. Όλο το έργο του Καστοριάδη μπορεί να θεωρηθεί ως διάλογος με τους μεγάλους στοχαστές και ως απάντηση στην «κληρονομημένη σκέψη» και είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μίας νέας οντολογίας και οντοπραξίας που έχει ως βάση το φαντασιακό. Όσον αφορά τη «γενεαλογία» του τελευταίου, ο Καστοριάδης έχει γράψει ιδιαίτερα κείμενα, στα οποία εξετάζει τις αναφορές στη φαντασία διαφόρων στοχαστών, κυρίως του Αριστοτέλη, του πρώτου που την ανακάλυψε, καθώς επίσης του Καντ, του Φίχτε, του Χέγκελ, του Φρόυντ και του Χάιντεγγερ. Εξετάζει επίσης και τη συγκάλυψη της φαντασίας εκ μέρους των ανωτέρω στοχαστών. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρωτοτυπία του συγγραφέα της Φαντασιασκής θέσμισης της κοινωνίας: ανέδειξε αυτό που οι «πρόγονοί του» συγκάλυψαν, τον ρόλο της φαντασίας. Ό, τι και να κάνουν οι διάφοροι επικριτές του Καστοριάδη αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί και να συγκαλυφθεί.             

Το κοινωνικό φαντασιακό

 

- Ο Σ. Ρ. εν συνεχεία εκφράζει αμφιβολίες για το κοινωνικό φαντασιακό. Πιστεύει πως εδώ βρίσκεται μία «εμπλοκή» του Καστοριάδη που τον οδηγεί σε αδιέξοδο. Όμως η επινόηση αυτή του Καστοριάδη είναι πολύ σημαντική για την κατανόηση της ιστορίας και της κοινωνίας, για τον τρόπο που δημιουργείται η κοινωνία και γίνεται η ιστορία, για την καταγωγή των θεσμών και των κυρίαρχων εκάστοτε  σημασιών. Το κοινωνικό φαντασιακό είναι η ανώνυμη συλλογικότητα που θεσμίζει όπως το βλέπουμε μέσα στην ιστορία, είναι η θεσμίζουσα κοινωνία, όταν δημιουργεί νέες σημασίες που εκφράζονται σε νέους νόμους και θεσμούς. Το κοινωνικό φαντασιακό είναι αυτό που δημιουργεί την κοινωνία, την κάθε κοινωνία. θεσμίζει, αμφισβητώντας και υπερβαίνοντας την υπάρχουσα θέσμιση της κοινωνίας, την θεσμισμένη κοινωνία, και δημιουργεί άλλους, νέους θεσμούς, νέα οντολογικά είδη.

 

Η δημιουργία αυτή γίνεται μεν ex nihilo (εκ του μηδενός) αλλά όχι in nihilo (όχι εντός του μηδενός) ούτε cum nihilo (ούτε με το μηδέν). Το φαντασιακό είτε ατομικό είτε συλλογικό λαμβάνει υπ‘όψιν την εμπειρία, τα δεδομένα, τα υπάρχοντα - εν αντιθέσει με αυτό που νομίζει ο Σ.Ρ. Η δημιουργία αυτή είναι κοινωνική-ιστορική, γίνεται οπωσδήποτε μέσα σε ένα ήδη υπάρχον  σύστημα νόμων, θεσμών, αξιών, σημασιών, μέσα σε μία ήδη υπάρχουσα και κυρίαρχη εμπειρική πραγματικότητα, αλλά αμφισβητείται ο εκάστοτε νόμος, η προϋπάρχουσα δύναμη του νόμου (la force de la loi του Foucault) και δημιουργούνται άλλοι νόμοι. Αυτό έγινε και γίνεται στην ιστορία: Αρχαία Ελλάδα, δημιουργία της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας, Ιουδαϊκή παράδοση, μονοθεϊσμός, Αρχαία Ρώμη, res publica, βυζαντινός και δυτικός Μεσαίωνας, απόλυτη μοναρχία, θεοκρατία, εμφάνιση των θρησκειών, Νέοι Χρόνοι, αστικές επαναστάσεις, ανάδυση του καπιταλισμού, κατάργηση της δουλείας, η θέση της γυναίκας κ.ο.κ.

Με αυτήν την έννοια το κοινωνικό φαντασιακό δημιουργεί τον νόμο και τον θεσμό, και δεν υπάρχει εν προκειμένω τίποτε το αξεδιάλυτο και ανερμήνευτο - αντίθετα δηλαδή από αυτό που νομίζει ο Σ.Ρ.  Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρωτότυπη προσφορά του Καστοριάδη, η ανάδειξη του φαντασιακού, κυρίως με την κοινωνική του μορφή, του κοινωνικού φαντασιακού. Η αντίληψη αυτή του Καστοριάδη αντιτίθεται στις προταθείσες θεωρίες για την «εξήγηση» του σχηματισμού των κοινωνιών: στον φονξιοναλισμό-λειτουργισμό, στον στρουκτουραλισμό, στο κοινωνικό συμβόλαιο και στον οικονομισμό του Μαρξ, στους μαρξικούς «νόμους της ιστορίας». Φυσικά το  κοινωνικό φαντασιακό δεν έχει καμία σχέση με το «συλλογικό ασυνείδητο» του Γιουνγκ ή άλλες θεωρίες του Μεσαίωνα που υπαινίσσεται ο Σ.Ρ. Ούτε ανάγεται στο ατομικό φαντασιακό.

 

   Νόημα και σημασία

 

- Υποστηρίζει επίσης ο Σ.Ρ. πως μεταξύ νοήματος και σημασίας υπάρχει αντίφαση, υπάρχει χάσμα, διότι κατά την γνώμη του για να εγκαθιδρυθεί μία κοινωνία χρειάζεται νόημα, ενώ για να εγκαθιδρυθεί ένα ανθρώπινο υποκείμενο χρειάζεται μία σημασία. Αναρωτιέται επίσης ο Σ.Ρ. αν το κοινωνικό φαντασιακό μπορεί να αποδώσει σημασία στο άτομο. Λέει επίσης ότι μπορεί το άτομο να βρει ένα νόημα για τον εαυτό του, αλλά δεν μπορεί να βρει μία σημασία: «έχοντας βρει το νόημά μου έχω χάσει τη σημασία μου». Αναγνωρίζει βεβαίως και ο ίδιος ο Σ.Ρ. πως αυτά φαίνονται μπερδεμένα. Η αλήθεια όμως για τον Καστοριάδη είναι διαφορετική και στο ατομικό και στο συλλογικό επίπεδο. Όσον αφορά στην ψυχή, αυτή αναζητεί νόημα, διότι η κοινωνία την αναγκάζει να παραιτηθεί από τον δικό της αυτιστικό και εγωτικό κόσμο και της επιβάλλει να βρει νόημα στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες και στους θεσμούς. Αν η ψυχή δεν επενδύσει στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες τότε οδηγείται στην ψύχωση και στην ολική αποξένωση/αλλοτρίωση. Πρόκειται για την διαδικασία που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί εκκοινωνισμός της ψυχής.

 

Προκειμένου για τον ενήλικο που αναζητεί νόημα για τον εαυτό του, η αναζήτησή του γίνεται αναγκαστικά εντός των υπαρχουσών και κυρίαρχων φαντασιακών σημασιών και έτσι το νόημα είναι  συνυφασμένο με αυτές. Δεν μπορεί αυτός να αναζητήσει το νόημα στις κοινωνίες του παρελθόντος, λ.χ να γίνει μοναχός ή μονομάχος, ιερέας του Διονύσου ή μούμια του Άμμωνα,  ιππότης ή τροβαδούρος, μισθοφόρος οπλίτης ή καβαλάρης καουμπόι. Και το αντίστροφο, το άτομο στον Μεσαίωνα δεν μπορεί να αναζητήσει νόημα στην πληροφορική, στην τηλεθέαση, στο ποδόσφαιρο, στο να γίνει επιχειρηματίας καπιταλιστής, πιλότος σε αεροπλάνο ή να θυσιάζει στον Δία. Το νόημα στο άτομο δεν το δίνουν μόνο οι ιδεολογίες, όπως λέει ο Σ. Ρ., διότι αυτές είναι χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας. Αλλά η αναζήτηση νοήματος υπάρχει  και στην αρχαϊκή εποχή και στην κλασική και στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή και στο Βυζάντιο. Η αναζήτηση αυτή γίνεται στις σημασίες της εκάστοτε εποχής και της εκάστοτε κοινωνίας. Πρόκειται για τον εκκοινωνισμό του ατόμου - το άτομο είναι πάντα «κατασκευή» της εκάστοτε κοινωνίας.

Όσον αφορά τώρα στην κοινωνία και την ιστορία, το νόημα εμφανίζεται πάντοτε και δεν είναι νόημα «πραγματικό» ή «ορθολογικό», δεν είναι αληθές ή ψευδές, αλλά είναι της τάξεως της σημασίας. Δεν γίνεται κατανοητό δια του λόγου ούτε μπορεί να εξηγηθεί δια του λόγου.Αυτό είναι η φαντασιακή δημιουργία, έργο του κοινωνικού φαντασιακού, μέσα στο οποίο η κοινωνία συγκροτείται και υπάρχει. Το κοινωνικό φαντασιακό δεν φυλακίζεται στο νόημα, όπως νομίζει ο Σ.Ρ., αλλά είναι δημιουργός νοήματος, νέου νοήματος.  Εάν εν συνεχεία φυλακισθεί εντός αυτού του νοήματος, τότε πρόκειται για μία άλλη ιστορία, που εντάσσεται στο σχήμα «θεσμισμένη και θεσμίζουσα κοινωνία». Στην ερώτηση που θέτει ο Σ.Ρ. «Τι νόημα έχει το νόημα;» και στην οποία δεν απαντά, μία εύλογη απάντηση είναι ότι το νόημα δίνει ακριβώς τρόπους, μέσα και λόγους που αφ’ ενός συγκροτούν και εκκοινωνίζουν το υποκείμενο και αφ’ ετέρου συνέχουν τις κοινωνίες, για να πορευθούν, με τον τρόπο που πορεύονται. Δεν υπάρχει λοιπόν χάσμα ανάμεσα στο νόημα και στη σημασία.

 

   Αυτονομία ή Βαρβαρότητα

 

- Στη συνέχεια αναρωτιέται ο Σ. Ρ. τι σημαίνει το διαζευκτικό «ή» στην έκφραση «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Αυτό το εξήγησαν σαφώς οι ίδιοι δημιουργοί της φράσης ήδη από το πρώτο τεύχος του ομότιτλου περιοδικού το 1949. Είναι αφ΄ενός μία επιλογή τους και αφ’ ετέρου μία πρόταση με βάση την οποία προσπαθούν να δουν τον πολιτικό αγώνα που θα οδηγήσει στην πραγμάτωση της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας, της δημοκρατικής αυτονομίας - αυτό ήταν στην ουσία το νόημα του «σοσιαλισμού» για τον Καστοριάδη και άλλα μέλη της ομάδας ήδη από τη δεκαετία του ΄50. Πίστευαν πως εάν δεν πραγματοποιηθεί η δημοκρατική αυτονομία ή έστω εάν δεν υπάρξει αγώνας για τον σκοπό αυτό, τότε η βαρβαρότητα θα επικρατήσει με άσχημες για την κοινωνία επιπτώσεις. Το νόημα γι αυτούς ήταν η δημοκρατική αυτονομία, όχι η βαρβαρότητα του καπιταλισμού και  του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού των ανατολικών κρατών. Το δίλημμα διαμορφώθηκε αργότερα από τον ίδιο τον Καστοριάδη ως «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα». Στην ιστορία κάποιοι νοηματοδοτούν τη ζωή τους με παρόμοια ή οξύτερα διλήμματα όπως «Ελευθερία ή θάνατος», ενώ κάποιοι άλλοι αρέσκονται στην κατάσταση δουλείας, ανελευθερίας και ετερονομίας. Αυτό έχει δείξει κατά κόρον η ανθρώπινη ιστορία.  

Η αυτονομία

- Ο Σ.Ρ. αναρωτιέται επίσης τι νόημα έχει η «αυτονόμηση» της κοινωνίας. Η αυτονομία της κοινωνίας έχει νόημα στη σκέψη του Καστοριάδη από τη στιγμή που στην ανθρώπινη ιστορία κάποιοι εξεγέρθηκαν και αγωνίσθηκαν για ελευθερία, ισότητα, για δικαιοσύνη, δικαιώματα και δημοκρατία. Αυτές οι αξίες-σημασίες δεν είναι αυτονόητες, δεδομένες, κεκτημένες. Αναδύθηκαν σε κάποιες στιγμές στην ιστορία από ανθρώπινες συλλογικότητες, είναι κοινωνικές-ιστορικές δημιουργίες, κατακτήσεις. Έχει νόημα η αυτονομία από τη στιγμή  που οι κοινωνίες στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας είναι ετερόνομες. Η θεσμισμένη ετερονομία διερράγη δύο φορές στην ανθρώπινη ιστορία: μία στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας με την δημιουργία της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας και τη δεύτερη στους Νέους Χρόνους με την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, τις αστικές επαναστάσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ατομικές ελευθερίες, με το μη κληρονομικό αντιπροσωπευτικό πολίτευμα βασισμένο στην καθολική ψηφοφορία και στην εναλλαγή των κομμάτων στην κυβέρνηση. Στις δύο αυτές ιστορικές στιγμές αναδύθηκε μία θέληση  και μία πράξη για ελευθερία, ισότητα και πολιτική δικαιοσύνη – αναδύθηκε το πρόταγμα της αυτονομίας. Το πρόταγμα αυτό είχε σημαντικά αποτελέσματα στην ανθρώπινη διαβίωση και συνύπαρξη. δημιούργησε αυτό που ο Καστοριάδης ονομάζει «ελληνοδυτικό πολιτισμό», εντός του οποίου αυτό το πρόταγμα μπορεί να αναδυθεί ξανά, όπως έχουν δείξει διάφορα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα (εργατικό, φοιτητικό, νεολαιίστικο, γυναικείο, αντι-ολοκληρωτικό, αντι-γραφειοκρατικό, αντι-παγκοσμιοποιητικό, πλατείες 2011).

Από την άλλη, η αυτόνομη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ένα δημοκρατικό καθεστώς, το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από το αντιπροσωπευτικό που υφιστάμεθα σήμερα και είναι καθαρή ολιγαρχία. Μία από τις μεγάλες προσφορές του Καστοριάδη στην πολιτική σκέψη είναι η ανάδειξη της άμεσης δημοκρατίας και της αυτονομίας ως δυνητικό πρόταγμα, μετά την παταγώδη και εφιαλτική αποτυχία του μαρξισμού και του κομμουνισμού καθώς επίσης ως υπέρβαση στα τεράστια αδιέξοδα σε όλους τους τομείς της αχαλίνωτης καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τις αρχές και σημασίες της άμεσης δημοκρατίας, ως πολιτεύματος και κοινωνίας αντλεί ο Καστοριάδης από την αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, προσαρμοσμένες βέβαια στις συνθήκες της εποχής του, με τη μορφή των Συνελεύσεων και των Συμβουλίων.

Μεσαιωνικές αιρέσεις

- Υποστηρίζει όμως ο Σ.Ρ. πως στον Μεσαίωνα σε ορισμένες θρησκευτικές αιρέσεις (Θαβωρίτες, Τόμας Μύντσερ,  Αναβαπτιστές) υπήρξε μία «αυτοδιαχειριζόμενη δημοκρατία». Αναφέρει επίσης ότι «ο Ερνστ Μπλοχ υποστήριξε τον Μύντσερ τον θεολόγο της επανάστασης με το αίτημα της ουτοπίας». Όμως, το ότι υπήρξαν κάποιες εξεγέρσεις και αυτοδιαχειριζόμενες κοινότητες στον Μεσαίωνα αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να μιλάμε για άμεση δημοκρατία, η οποία είναι ουσιαστικά πολίτευμα και κοινωνία. Τέτοιο πολίτευμα και τέτοια κοινωνία οι θρησκευτικές αιρέσεις δεν κατόρθωσαν να συγκροτήσουν ούτε επηρέασαν τους μετέπειτα. Σε όλο τον Μεσαίωνα δεν υπήρξαν, παρά μόνο βασιλείς και πρίγκηπες, βαρώνοι και κόμητες, που ασκούσαν την οικονομική και πολιτική εξουσία μέσα στην ανελεύθερη φεουδαλική κοινωνία, με τις ευλογίες της χριστιανικής Εκκλησίας, τη θεοκρατία, την Ιερά Εξέταση και την μοναδική δογματική αλήθεα. Αλλωστε η νεώτερη εποχή, στην Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό, στον αγώνα της εναντίον της απόλυτης μοναρχίας, εναντίον της αυταρχικής χριστιανικής Εκκλησίας και της φεουδαρχίας, εμπνεύσθηκε από τον πολιτισμό της αρχαία Ελλάδας και δη της Αθήνας και όχι από τις μεσαιωνικές θρησκευτικές αιρέσεις.

Το ζήτημα αυτό είναι παρόμοιο με τα σημερινά αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα, τα οποία δεν έχουν σχέση με την άμεση δημοκρατία ως πολίτευμα και κοινωνία, ανεξαρτήτως της λανθασμένης ορολογίας που αυτά χρησιμοποιούν. Όταν λοιπόν υπάρχει κάποια αυτοδιαχείριση δεν συνεπάγεται και άμεση δημοκρατία, ενώ εάν υπάρχει άμεση δημοκρατία συνεπάγεται γενικευμένη αυτοδιαχείριση των παραγωγών, των καταναλωτών, των εργαζομένων κ.ο.κ.

Το κοινωνικό-ιστορικό

- Μιλώντας ο Σ. Ρ. για τη σχέση ατομικού και κοινωνικού, για το «μέσα» και το «έξω», λέει πως το πρόβλημα του Καστοριάδη είναι ότι δεν μπόρεσε να δει τι είναι «εκεί έξω». Νομίζω πως ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της προσφοράς του Καστοριάδη είναι ακριβώς ότι προσπάθησε να δει τι είναι «εκεί έξω» και τα κατάφερε. Το μεγαλύτερο μέρος του σημαντικού έργου του Η φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας αφιερώνεται σε αυτήν την προσπάθεια - όλο σχεδόν το δεύτερο μέρος  (κεφ. IV – VII). Αυτό που υπάρχει «εκεί έξω» είναι το κοινωνικό-ιστορικό, ένας ιδιαίτερος τρόπος του Είναι, ξεχωριστός, με τον δικό του τρόπο ύπαρξης, πράγμα που δεν ίσχυε για την παραδοσιακή σκέψη, η οποία ανήγαγε την κοινωνία και την ιστορία σε κάτι άλλο ή τις παρήγαγε από κάτι άλλο που βρισκόταν εκτός αυτών των ιδίων. Τις ανήγαγε στη φύση (ανάγκες), στον θεό, στη δομή, στον Λόγο, στο κοινωνικό συμβόλαιο ή στους νόμους της ιστορίας. Όμως κατά τον Καστοριάδη η κοινωνία και η ιστορία δεν μπορούν να εξηγηθούν ορθολογικά με βάση τα σχήματα της καθοριστικότητας και του αναγωγισμού, της αιτιότητας και της τελεολογίας. Η κοινωνία δεν είναι ούτε το σύνολο των ατόμων ούτε οι διυποκειμενικές σχέσεις τους, μολονότι είναι και αυτά. Το κοινωνικό δεν είναι κάτι στατικό και δεδομένο, αλλά γίγνεται εν χρόνω, αυτο-αλλοιώνεται ως χρονικότητα. Η ιστορία δεν είναι γραμμική διαδοχή γεγονότων από ορθολογικά υποκείμενα.Το ιστορικό είναι ακριβώς η αυτο-αλλοίωση του κοινωνικού, είναι δημιουργία νόμων, θεσμών, αξιών – ολικών μορφών ανθρώπινης ζωής. Το είναι και των δύο  συγκροτείται από το φαντασιακό, είναι φαντασιακές δημιουργίες, αποτελούνται από μάγματα φαντασιακών σημασιών. Εν τέλει η κοινωνία και η ιστορία αποτελούν όχι δύο διακριτά όντα, αλλά ένα αδιαίρετο όλον, το κοινωνικό-ιστορικό. Το κοινωνικό-ιστορικό, ως το ανώνυμο συλλογικό, είναι ο μεσολαβητικός παράγοντας ανάμεσα στο «μέσα» και το «έξω», ανάμεσα στην ψυχή και τον κόσμο (επίσης ανάμεσα στο σώμα και τον κόσμο), με βάση το οποίο δημιουργούνται σχέσεις και σημασίες, συγκροτείται η υποκειμενικότητα, η συνείδηση και η αντίληψη. Εδώ έγκειται μία άλλη πρωτότυπη προσφορά του Καστοριάδη: η ανάδειξη του κοινωνικού-ιστορικού ως ιδιαίτερου τρόπου του Είναι, ως ον δι’εαυτόν (en soi).

Πλάτων

- Λέει επίσης ο Σ. Ρ. πως σύμφωνα με τον Πλάτωνα δημοκρατία υπάρχει στο βαθμό που ο νόμος δεν υπάρχει. όταν υπάρχει νόμος ακυρώνεται η δημοκρατία. Νομίζω ότι πρόκειται για παρερμηνεία, διότι έτσι όπως λέγονται τα πράγματα είναι σαν ο Πλάτων να δίνει με αυτά έναν ορισμό της δημοκρατίας. Ωστόσο ο Πλάτων διακρίνει δύο είδη δημοκρατίας, την έννομη και την παράνομη. Σύμφωνα με τον Αθηναίο φιλόσοφο, η πρώτη δεν υπάρχει  στην πραγματικότητα, ενώ η δεύτερη επικρατεί, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αθηναϊκή δημοκρατία, η οποία, σύμφωνα με αυτόν, δεν κυβερνάται από τον νόμο και την επιστήμη παρά από το άλογο και μεθυσμένο πλήθος. Εδώ διακρίνουμε την πολεμική του Πλάτωνα κατά της δημοκρατίας, η οποία είναι από όλες τις απόψεις λανθασμένη, διότι και νόμοι υπήρχαν στη δημοκρατία και η κυριαρχία του νόμου ήταν βασική ιδέα και επιχείρημα της δημοκρατικής αντίληψης, όπως εκτίθεται αναλυτικά στα Πολιτικά του Αριστοτέλη. Από την άλλη, ο Πλάτων έχει προβληματική σχέση με τους νόμους.  σε όλο του το έργο αμφισβητεί  νόμο ως κανόνα συλλογικής συμβίωσης και κοινωνικής συνύπαρξης, και δίνει έμφαση στην ποιότητα των αρχόντων, στον βασιλέα φιλόσοφο, στον επιστήμονα πολιτικό και στις αρχές της διαλεκτικής. Ο Πλάτων δηλαδή είναι πολέμιος τόσο της δημοκρατίας όσο και του νόμου, άρα δεν είναι καλό να ανατρέξει κάποιος σε αυτόν για να βρει τι είναι δημοκρατία και τι νόμος.

Παρά ταύτα, σε γεροντική ηλικία στο τελευταίο έργο του Νόμοι, που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον,  προσπαθεί να εντάξει τους νόμους στη φιλοσοφία του. Εν τούτοις οι πλατωνικοί νόμοι  δεν έχουν καμία σχέση με την έννοια της νομοθεσίας, όπως αυτή γινόταν στις αρχαιοελληνικές πόλεις και δη στη δημοκρατία, δεν είναι δηλαδή έργο και ευθύνη των πολιτών μέσω της βουλής και της εκκλησίας του δήμου. Είναι νόμοι κατασκευασμένοι εκ των προτέρων από τον ίδιο τον Πλάτωνα, υπό την θεία επιφοίτηση και πρόνοια (θεοκρατία) και υπό την επίβλεψη του ολιγομελούς «νυκτερινού συλλόγου» που διοικεί την πολιτεία. Προσαρμόζονται δηλαδή οι πλατωνικοί νόμοι στις ανάγκες μίας αυταρχικής, ολιγαρχικής και θεοκρατικήςπολιτείας.

-  Λέει επίσης ο Σ. Ρ. πως αν ψάχνουμε ένα κοινωνικο-πολιτικό περιεχόμενο στον Πλάτωνα δεν κάνουμε τίποτε άλλο παρά να παραποιούμε τον Πλάτωνα. Όμως ο ίδιος ο Πλάτων δίνει κοινωνικό-πολιτικό περιεχόμενο στα έργα του. Από την Απολογία, τον Κρίτωνα, τον Γοργία καιτον Πρωταγόρα, μέχρι την Πολιτεία, τον Πολιτικό και τους Νόμους αυτό που τον απασχολεί είναι η πολιτειακή οργάνωση, το δίκαιο, η άσκηση της εξουσίας, η εκπαίδευση των αρχόντων, η διδασκαλία της ηθικής και πολιτικής αρετής, η πολιτική υποταγή των υπηκόων και, στο τελευταίο του έργο, οι νόμοι. Τα δύο τρίτα σχεδόν του πλατωνικού έργου έχουν πολιτικό περιεχόμενο. Όλοι σχεδόν οι μελετητές του Πλάτωνα το αναγνωρίζουν αυτό και φυσικά οι απόψεις του είναι σαφέστατα αντιδημοκρατικές, ανελεύθερες και αυταρχικές που αποτέλεσαν τη βάση και το εφαλτήριο για κάθε είδους μεταγενέστερου  αυταρχισμού. Τις πλευρές αυτές ανέδειξαν με πειστικότητα στοχαστές όπως ο Πόππερ (Η ανοικτή κοινωνία και οι εχθροί της)και ο Καστοριάδης (Ο Πολιτικός του Πλάτωνα). Αν κατάλαβα καλά, ο Σ.Ρ. υπαινίσσεται ότι ο Πόππερ παραποιεί τον Πλάτωνα, χωρίς να εξηγεί γιατί. Νομίζω πως ο Σ. Ρ. κάνει λάθος.    

Ο νόμος

- Έτσι, αναγκαστικά τίθεται το ζήτημα του νόμου. Ο Σ. Ρ. λέει πως ο νόμος από τη στιγμή που υπάρχει, από οποιονδήποτε και αν έχει τεθεί, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να «σκλαβώνει», όχι μόνο την ατομικότητα αλλά και τη συλλογικότητα. Δηλαδή ακόμα και αν δημιουργώ εγώ τον νόμο δεν είμαι ελεύθερος, αλλά σκλάβος του νόμου, λέει ο Σ. Ρ. Όμως αυτή η αμφισβήτηση ή σχετικοποίηση του νόμου είναι πολύ προβληματική. Οι κοινωνίες δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς κανόνες, χωρίς νόμους και θεσμούς. Πράγματι, ιστορικά δεν υπήρξαν κοινωνίες χωρίς νόμους και χωρίς θεσμούς, όμως χωρίς κράτος υπήρξαν. Το ουσιαστικό ζήτημα επομένως  είναι ποιος θέτει τον νόμο. Ο ένας, οι ολίγοι ή ο δήμος (οι πολλοί); Στις δύο πρώτες περιπτώσεις (στη μοναρχία, στην αριστοκρατία, στην ολιγαρχία και στο αντιπροσωπευτικό πολίτευμα), ο νόμος είναι νόμος του άλλου, του ετέρου, γι αυτό μπορεί να γινει λόγος γενικά για ετερονομία.

Ενώ στην τρίτη περίπτωση, όταν ο νόμος είναι δημιούργημα όλης της κοινωνίας, έχουμε την αυτονομία: εμείς οι ίδιοι θέτουμε τον νόμο στον οποίο υπακούουμε, μέχρι εμείς οι ίδιοι πάλι να τον αλλάξουμε. Η αντίληψη αυτή απαντά και στο ερώτημα: από τη στιγμή που ζούμε αναγκαστικά με άλλους εν κοινωνία, τι σημαίνει ατομική ελευθερία και αυτονομία; Σημαίνει να συμμετέχουμε στη διαμόρφωση και στη θέσπιση του νόμου, με ελεύθερη συζήτηση, ασχέτως αν η γνώμη μας επικράτησε ή όχι. Αυτή είναι η δημοκρατική απάντηση. Εδώ άλλωστε βρίσκεται και η δύναμη του δημοκρατικού νόμου (και όχι γενικά la force de la loi του Foucault). Στη δημοκρατική κοινωνία τα άτομα συμμετέχουν στη διαμόρφωση,  στη θέσπιση του νόμου και στην εφαρμογή του. Σε αυτό το πλαίσιο ο θεσπισμένος από τους πολίτες γραπτός νόμος είναι η προϋπόθεση και η εγγύηση της ισότητας και της ελευθερίας, ατομικής και πολιτικής. Δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία χωρίς νόμους, χωρίς τη δημοκρατική κυριαρχία των νόμων, η οποία αντιτίθεται τόσο στην κυριαρχία των ατόμων και της αυθαιρεσίας όσο και στη δεσποτεία των μηχανισμών και της γραφειοκρατίας. Θα έλεγε κανείς πως η δημοκρατική αρχή είναι: υποδουλωνόμαστε στους δικούς μας νόμους, για να μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι. Σε αυτήν και μόνο την περίπτωση τα άτομα δεν είναι «νομικίστικες οντότητες», αλλά πολίτες. Και φυσικά δεν πρόκειται περί αυταπάτης, όπως νομίζει ο Σ.Ρ. Πρόκειται για ουσία, για πραγματικότητα κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική που δημιούργησε αριστουργήματα σε όλους τους τομείς του επιστητού, που ήταν από τους βασικούς παράγοντες δημιουργίας του «ελληνοδυτικού πολιτισμού».

Να σημειωθεί πως ο νόμος ήταν κεφαλαιώδους σημασίας για την αρχαιοελληνική αντίληψη και πρακτική, ήταν μία κοινωνική φαντασιακή σημασία ταυτόσημη με την έννοια της πολιτικής κοινωνίας, της πόλεως (λ.χ. το ηρακλείτειο «μάχεσθαι χρη τον δήμον υπέρ του νόμου όκωσπερ τείχεος», η ηροδότεια απάντηση στον Ξέρξη, οι φαντασιακές σημασίες  «ισονομία» και «ευνομία» σε αντιπαράθεση με την «δυσνομία» και την «ανομία»). Άλλωστε ο νόμος έχει άμεση σχέση με το βασικό ζήτημα της δικαιοσύνης, που τέθηκε από την αρχή τόσο στην αρχαιοελληνική σκέψη όσο και στις πολιτικές διεκδικήσεις εντός των πόλεων. Στην ελληνική αντίληψη όταν δεν υπάρχουν γραπτοί νόμοι δεν υπάρχει δικαιοσύνη, έχουμε ανελεύθερες, βάρβαρες κοινωνίες, μοναρχίες και τυραννίδες. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η πλατωνική «πολιτεία» στην οποία την απόλυτη εξουσία ασκούν αυθαιρέτως και ανεξέλεγκτα οι βασιλείς φιλόσοφοι ενώ απουσιάζουν παντελώς οι νόμοι.  Έτσι λοιπόν το ζήτημα του νόμου δεν είναι αξεδιάλυτο και ανερμήνευτο, όπως λέει ο Σ.Ρ., διότι οι αρχαιοελληνικές πόλεις και η δημοκρατία έδωσαν την απάντησή τους, ενώ οι φιλόσοφοι την δική τους ερμηνεία, όπως αναλυτικά εξέτασε η Jacqueline de Romilly στο βιβλίο της Ο νόμος στην ελληνική σκέψη, ο Μ. Οstwald, στο Nomos and the Begginings of the Athenian Democracy, αλλά και ο Καστοριάδης στο Η ελληνική ιδιαιτερότητα. Η Πόλις και οι νόμοι, καθώς και πολλοί άλλοι σημαντικοί ερευνητές. Η Ιστορικός του Δικαίου Μ. Γιούνη, καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου  Θράκης, στο βιβλίο της Νόμος πόλεως. Δικαιοσύνη και νομοθεσία στην αρχαία ελληνική πόλιν, εκδιπλώνει, με πλήθος γραμματειακά και επιγραφικά ντοκουμέντα, την αργή και κοπιώδη πορεία του αρχαιοελληνικού κόσμου από την αυθαιρεσία της μοναρχίας και την ασυδοσία της αριστοκρατίας στην εξασφάλιση του γραπτού νόμου ως εγγύηση της δικαιοσύνης και της πολιτικής κοινωνίας και περαιτέρω ως κρηπίδωμα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ανάλογη σπουδαιότητα έχει ο νόμος και στην νεωτερικότητα.   

Δυστυχώς σήμερα στα αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά «νομικίστικες οντότητες». Εδώ ισχύει ο ισχυρισμός του Σ. Ρ. πως ο νόμος υπάρχει όταν οι άνθρωποι δεν μετέχουν σε αυτόν, ισχύει δηλαδή στις μη δημοκρατικές κοινωνίες, στις οποίες οι άνθρωποι δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωση και στη ψήφιση του νόμου. Σε αυτές ο νόμος είναι ο νόμος του άλλου (του ετέρου), της διαχωρισμένης εξουσίας των κυρίαρχων ανώτερων τάξεων (ετερόνομες κοινωνίες), είναι ο αλλοτριωμένος νόμος. Αν έχει ένα νόημα η πολιτική δράση των ανθρώπων αυτό έγκειται στο να προσπαθήσουν να θέσουν τον δικό τους νόμο, να γίνουν αυτόνομοι, να γίνουν πολίτες και να μη παραμείνουν «νομικίστικες οντότητες». Αυτά όσον αφορά τη σχετικοποίηση του νόμου από τον Σ.Ρ. Πάντως οι αναρχικές αντιλήψεις για κατάργηση του νόμου, της εξουσίας και του θεσμού εγκλωβίζονται εδώ και δύο αιώνες στην άκρατη ουτοπία και στην ατομικιστική εξιδανίκευση, και γι αυτό δεν κατόρθωσαν ποτέ να οδηγήσουν σε σοβαρά πολιτικά προτάγματα, σε τελεσφόρες κοινωνικές συνυπάρξεις ούτε καν σε αξιόλογη θεωρητική σκέψη.    

-  Ο Σ.Ρ. αμφισβητεί ακόμη και την ελευθερία της έκφρασης και της σκέψης. Λέει πως η ελευθερία της σκέψης είναι σκλαβιά και πως το να λές ελεύθερα τη γνώμη σου δεν είναι σπουδαίο. Νομίζω ότι εδώ πρόκειται για έναν σχετικισμό που αγγίζει τα όρια του μηδενισμού. Χρειάζονται τουλάχιστον ορισμένες επεξηγήσεις εκ μέρους του Σ.Ρ.

Η απεμπλοκή

-  Αναφέρεται ο Σ.Ρ. σε μία «μετα-καστοριαδική κοινωνία». Κατά τη γνώμη μου  ο όρος αυτός είναι άστοχος, διότι για να υπάρξει μία τέτοια κοινωνία θα πρέπει να έχει προϋπάρξει κάποια «καστοριαδική κοινωνία», που από όσο ξέρω  δεν έχει υπάρξει. Επίσης ο Σ. Ρ. αναφέρει ότι κάποιοι, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του, προσπάθησαν επί πολλά χρόνια να απεμπλακούν από την «εμπλοκή» του Καστοριάδη. Όπως όμως ομολογεί ο ιδιος δεν κατόρθωσαν να απεμπλακούν και συνεχίζουν την προσπάθειά τους. Το ερώτημα όμως που τίθεται είναι, εφ’ όσον αυτό είναι δύσκολο, αφού δεν το έχουν καταφέρει τόσα χρόνια τώρα, γιατί τόση εμμονή με την απεμπλοκή από τον Καστοριάδη; Μήπως θα ήταν προτιμώτερο να εγκαταλείψουν αυτή την εμμονή απεμπλοκής και να μελετήσουν καλύτερα τις θεμελιώδεις αντιλήψεις του Καστοριάδη, το κοινωνικό φαντασιακό, τις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, το κοινωνικό-ιστορικό; Γιατί, πώς αλλιώς  θα «εξηγήσει» ο Σ.Ρ. την θέσμιση της κοινωνίας; Την ιστορία; Τον δυτικό πολιτισμό; Αν όχι άμεση δημοκρατία και αυτονομία, αυτο-καθορισμός, ισότητα και συμμετοχή, τότε τί; Αν όχι ο δικός μας νόμος και ελευθερία πολιτική, τότε τι; Είναι ορισμένα αναπάντητα ερωτήματα εκ μέρους του Σ.Ρ.

Δεν νομίζει επίσης ότι χρειάζεται κάποια εξήγηση στην  παραδοξολογία του «διαφωνώ απόλυτα με τον Καστοριάδη και συμφωνώ απόλυτα με τον Καστοριάδη»; Διότι σε όλη την ομιλία του εξέφρασε μόνο διαφωνίες και ούτε μία συμφωνία. Πάντως, καθ’ όσον με αφορά, όπως φαίνεται από τα ανωτέρω εκτεθέντα, διαφωνώ με τις κριτικές θέσεις του Σ. Ρ. και φυσικά δεν συμφωνώ με αυτές.

Έλεος...

 

- Ο Σ.Ρ. τελειώνει την ομιλία του με τη φράση «έλεος στον Καστοριάδη», παίρνοντας αφορμή από τον στίχο του ποιητή Γ. Σαραντάρη: «έλεος στα περιστέρια και στη ψυχή μας». Ο ποιητής ζητάει οίκτο για τα περιστέρια και την ψυχή μας, ενώ ο Σ.Ρ. για τον Καστοριάδη. Όμως δεν εξηγεί τη φράση αυτή, συνεπώς χρειάζεται και εδώ μία διευκρίνιση εκ μέρους του, διότι μόνο αρνητικές σημασίες έρχονται στο νου.

 

Η  προσφορά του Κορνήλιου Καστοριάδη

Είναι εμφανές από τα παραπάνω ότι χρειάζεται μία αναλυτική υποστήριξη των λεγομένων του Σ.Ρ. και επί πλέον μία δημόσια συζήτηση με αντιπαραβολή επιχειρημάτων, για να μην μιλάμε και γράφουμε εν κενώ. Επιβάλλεται επί πλέον, διότι ο Σ.Ρ. αμφισβητεί σε μία ομιλία διάρκειας 25 λεπτών τις θεμελιώδεις αντιλήψεις του Καστοριάδη, που είναι εκτεθειμένες σε πολλές εκατοντάδες σελίδες. Ακόμη περισσότερο όταν ο Σ. Ρ. εκφράζεται με έναν απορριπτικό και παραμορφωτικό τρόπο που δεν ταιριάζει σε στοχαστή του διαμετρήματος του Καστοριάδη. Κάποιος δηλαδή που θα ακούσει την ομιλία του αυτό που θα καταλάβει είναι ότι ο Καστοριάδης δεν προσέφερε τίποτε το σημαντικό στη σκέψη, παρά μόνο αναμασήματα, αδιέξοδα, προβλήματα και εμπλοκές. Ούτε ένα θετικό!

Η αλήθεια βεβαίως είναι εντελώς διαφορετική. Οι νέες έννοιες και οι πρωτοπόρες ιδέες που ανέπτυξε ο Καστοριάδης επηρέασαν αρκετούς όχι μόνο διανουμένους αλλά και ακτιβιστές, πολιτικά δρώντες που αναζητούν έναν δρόμο προς την ελευθερία,τη δημοκρατία και την αυτονομία, έναν άλλον δρόμο, διαφορετικό από τους αποτυχημένους δρόμους του καπιταλισμού, της αντιπροσώπευσης, του μαρξισμού και του κομμουνισμού, των αριστερών ιδεολογιών και κομμάτων, και από την ουτοπία της αναρχίας.  Η αξία και η λειτουργικότητα του φαντασιακού λ.χ. φαίνεται στην υιοθέτησή του από αρκετούς διανοητές, κοινωνιολόγους, ιστορικούς, φιλοσόφους και ψυχαναλυτές, όπως αναδεικνύει ο Γάλλος βιογράφος του Καστοριάδη Francois Dosse στο βιβλίο του Καστοριάδης. Μια ζωή (2014). Επίσης το σχήμα του Καστοριάδη «θεσμισμένη κοινωνία και θεσμίζουσα κοινωνία» επανέρχεται στις σύγχρονες συζητήσεις από  σύγχρονους στοχαστές ως «συντεταγμένη εξουσία και συντακτική εξουσία».

Όπως ο όρος του «κοινωνική-ιστορική δημιουργία» χρησιμοποιείται ως «συμβάν». Φυσικά υπάρχει η πρωτοπόρα κριτική του στον Μαρξ, στα κομμουνιστικά καθεστώτα, στη γραφειοκρατία που έχει γίνει κοινός τόπος. Η κριτική του στην αντιπροσώπευση, στις φιλελεύθερες ολιγαρχίες, στην απεριόριστη ανάπτυξη και καταστροφή της φύσης έχει συνεχώς περισσότερους υποστηρικτές. Η κριτική του στον ορθολογισμό, στον ντετερμινισμό-καθοριστικότητα, στην αιτιοκρατία, στη θρησκεία και στον χριστιανισμό συνεχίζεται από άλλους. Η επανερμηνεία του στην ψυχαναλυτική θεωρία του Φρόιντ αντιμετωπίζεται από τους ψυχαναλυτές ως αξιόλογη συνεισφορά. Αρκετοί διανοούμενοι μεταξύ αυτών και πρώην μαρξιστές και αριστεροί μιλάνε για πρόταγμα, για (άμεση) δημοκρατία, για αυτονομία. Θα μπορούσε να πει κάποιος πως ο 21ος αιώνας αρχίζει να γίνεται καστοριαδικός, όπως προέβλεψε και η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη.

Προσωπικώς θα με ενδιέφερε πολύ να διαβάσω μια τεκμηριωμένη και συγκροτημένη επιχειρηματολογία από τον Στέφανο Ροζάνη για τα σημαντικά ζητήματα που έθεσε, αλλά τα άφησε μετέωρα. Θα ήθελα, τέλος, αυτές οι ενστάσεις και οι διαφωνίες που ανέφερα πιο πάνω να εννοηθούν ως πρόθεση και πρόταση διαλόγου, δεδομένου ότι έχω μεγάλο σεβασμό για τον Στέφανο Ροζάνη. Νομίζω ότι έτσι προχωρεί η δημιουργική συζήτηση και σκέψη.

ΑΝΑΠΟΔΑ