Ας μην Ξεχναμε

Σεπ. 7, 2016

Συνεχίζουμε το αφιέρωμα για την προσφυγιά των Ελλήνων στη Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής της Ελλάδας, αυτή τη φορά όχι με συνέντευξη, αλλά με αποσπάσματα που επιλέξαμε από ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται πια στη ζωή, αλλά υπήρξε πρόσφυγας πολέμου και δάσκαλος στα μικρά προσφυγόπουλα.

Ι. ΤσαντέςΙ. Τσαντές

Ιωάννης Θ. Τσαντές (1903 – 1977) από το Καραβόσταμο Ικαρίας, απόφοιτος Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, δάσκαλος στον Εύδηλο Ικαρίας, στους Μολάους και σε πολλά γυμνάσια σε διάφορες περιοχές της χώρας. Πρόσφυγας πολέμου στη Μέση Ανατολή το 1944 – 1945, δίδαξε για δύο χρόνια τα ελληνόπουλα της προσφυγιάς, στα σχολεία του Νουσεϊράτ της Γάζας και των Πηγών του Μωυσή.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΑποσπάσματα από το βιβλίο του «Χρονικό κατοχής της Ικαρίας 1940 – 1944», των εκδόσεων «Μαυρίδης».

Η κορύφωση του λιμού

Εικόνες αποτροπιαστικές, κλιμακωτές και μελανόμορφες εκτυλίσσονται το χειμώνα και την άνοιξη του 1942. Η πείνα στο μεσουράνημά της. Τι και αν πέθαιναν πάρα πολλοί και οι πιότεροι λιμοκτονούσαν. Το σχέδιο των κατακτητών ήταν εσκεμμένο και μεθοδευμένο με σατανικότητα. Σβήνει ο κάθε κίνδυνος από τους νεκρωμένους και μαραίνεται η μαχητικότητα από τους λιμοκτονημένους.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤο γιορτάσι του Χάροντα το 1942

Μελανό και απαίσιο ήταν το σκηνικό της μοιραίας εκείνης χρονιάς. Τη ζοφερή και καταθλιπτική της εικόνα, την επιβεβαιώνει κάθε τόσο ο ολιγόλεπτος πένθιμος ρυθμικός τόνος της καμπάνας, πικρό αγγελτήριο χαμού, κάποιας νέας πάλι ανθρώπινης ύπαρξης. Ο χάροντας είχε κάμει τότε αδιάκριτο κάλεσμα στο μακάβριο γιορτάσι του, από νέους, ώριμους, γυναίκες και άνδρες, γέρους και παιδιά, ακόμα και νήπια. Πρόβλημα όμως έγινε η μεταφορά τους στην εκκλησία και στο νεκροταφείο. Έπρεπε να υπάρχουν οι ψωμωμένοι νέοι και ώριμοι άνδρες, με δύναμη και ζωντάνια για να αντέξουν τη μεταφορά των θυμάτων. Πούναι τους όμως;

η Παμφίλαινα χαστουκίζει
 τον Ιταλό φασίστα Ραφαήλ, που απειλούσε γυναίκες
 διαδηλώτριες. Σκίτσο για πραγματικό γεγονός διαδήλωσης
 γυναικών στην Ικαρία, ενάντια στην πείνα, που κέρδισαν
 την αποστολή τροφίμων.η Παμφίλαινα χαστουκίζει τον Ιταλό φασίστα Ραφαήλ, που απειλούσε γυναίκες διαδηλώτριες. Σκίτσο για πραγματικό γεγονός διαδήλωσης γυναικών στην Ικαρία, ενάντια στην πείνα, που κέρδισαν την αποστολή τροφίμων.

Εκείνοι που απέμειναν, ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα. Σπάνια περνούσε μέρα χωρίς σπαραγμό, θρήνο και δάκρυα.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΟι λίγες βαρκούλες, όπου υπήρχαν, ιδιαίτερα οι μικρές, καμουφλαρίσθηκαν σε αθέατες, απόμερες χαράδρες γιατί είχαν απαγορευθεί η για οποιοδήποτε τρόπο διάπλευσή τους. Γι αυτό είχε αφανιστεί  και η κάθε ελπίδα για ψάρεμα. Μόνο τις σκοτεινές νύχτες μεταφέρονταν σε απόκρυφους μικρούς ορμίσκους, σηκωτές και με κίνδυνο, άμα επρόκειτο να μεταφερθούν με αυτές ανθρώπινες ζωές στις απέναντι Μικρασιατικές ακτές.

παλαιά
 οικία στην Ικαρίαπαλαιά οικία στην Ικαρία

 

Στο βιβλίο του ο Ι. Τσαντές αναφέρει τραγικά περιστατικά, όπως το ξεθάψιμο πτώματος γαϊδάρου για να φαγωθεί ό,τι ήταν δυνατόν, αλλά και παρακλήσεις ηλικιωμένων σε νεώτερους να πάρουν από το σπίτι τους νεκρό (για μέρες) μέλος της οικογένειάς τους για να το ενταφιάσουν, αφού οι ίδιοι δεν είχαν δυνάμεις να το κάνουν.

 Ο ξεριζωμός

Μέσα στο κλίμα του πανικού που δημιούργησε το ζοφερό φάσμα της πείνας, με τις δραματικές του συνέπειες, εντονότατη προβλήθηκε η λαχτάρα της φυγής για τη Μ. Ανατολή, για εύρεση σιγουριάς και ασφάλειας, Ψύχωση για αποδήμηση έχει καταλάβει σημαντικό ποσοστό από τους κατοίκους του νησιού μας. Μα λόγοι ανώτεροι από τη βούληση, δεν επέτρεψαν σε όλους να φύγουν, έμειναν όσοι είχαν μπροστά τους αξεπέραστα φράγματα.

παλαιά οικία στην Ικαρίαπαλαιά οικία στην Ικαρία

Ολόκληρες οικογένειες ξεκινούσαν νύχτα από τα χωριά τους, με ανδρόγυνο, παππού, γιαγιά και εγγόνια και οδοιπορούσαν ώρες ολόκληρες για να βρούνε μία σιγουράντζα, του βράχου κάμαρα, εσοχή ή σχισμάδα ευρύχωρη ή χαράδρα για ριζοβούνια, όλα αθέατα από τη θάλασσα και τα ακρωτήρια της παραλίας. Τους αρκούσαν η οπτική γωνία μόνο, που τηρούσαν προς το προκαθορισμένο σημείο της παραλίας, από όπου θα γινόταν η επιβίβαση και αγωνιούσαν, μέχρι να έρθει η κατάλληλη ώρα του φανερώματος του λαθραίου πλεούμενου, για έμπασμα και αναχώρηση, για την απέναντι όχθη της Μικρασίας.

Και χώρια από τις οικογένειες, έφευγαν και ιδιώτες, επαγγελματίες, μικρεργάτες, επιστήμονες, άλλοι αποκομμένοι από τα οικογένειές τους και άλλοι με ένα ή δύο μόνον μέλη τους.

Ηρώο θυμάτων πολέμνου στο Καραβόσταμο
 - οι νεκροί από την πείνα ανήκουν σε άλλη κατηγορία που
 θα χρειάζονταν πολλά Ηρώα. Στο χωριό αυτό ήταν πάνω από 100.Ηρώο θυμάτων στις μάχες, βρίσκεται στο Καραβόσταμο – οι άμαχοι νεκροί από την πείνα θα χρειάζονταν πολλά Ηρώα. Στο χωριό αυτό ήταν πάνω από 100.

Και προτιμούσαν για  το φευγιό τους την εποχή της άνοιξης, του καλοκαιριού και του φθινοπώρου τις γελαστές μέρες. Κανείς δεν γνώριζε για πού θα πήγαινε. Ήτανε τόσα και τόσα τα στρατόπεδα της προσφυγιάς!

Μου έρχεται στη μνήμη μία στιχομυθία που είχαμε η ομάδα μας. Βέβαια με ένα πασίγνωστο πολιτικό, τη μέρα της αποβίβασής μας στην Αγριλιά της Μικρασίας, κοντά στα Αλάτσατα.

Ήμασταν 5 – 6 Ικαριώτες επιστήμονες, μαζί και συζητούσαμε όταν διακρίναμε τον πολιτικό. Όλοι μας πήγαμε και τον χαιρετήσαμε και του δηλώσαμε ο καθένας μας την ταυτότητά του. Άμα ο πολιτικός αρχηγός ρώτησε τον πιο ηλικιωμένο – μακαρίτη τώρα – γιατί αφήσαμε το νησί και φύγαμε, εκείνος απάντησε απροσποίητα και αυθόρμητα:-Η πείνα μας ανάγκασε κύριε πρόεδρε.

Φυσικά η απάντηση δεν ικανοποίησε τον «πρόεδρο», όπως το απέδειξε και η γκριμάτσα του προσώπου του, αλλά εμείς οι άλλοι γίναμε από ντροπή κατακόκκινοι. Και φώναξε έπειτα ένας δάσκαλος:

Λίβανος
 1943 οι Ικαριώτισες πρόσφυγες Ηλέκτρα Μάζαρη - Μπράτσου
 και Μερόπη Μάζαρη - ΒιτιβίλιαΛίβανος 1943 οι Ικαριώτισες πρόσφυγες Ηλέκτρα Μάζαρη – Μπράτσου και Μερόπη Μάζαρη – Βιτιβίλια

-Kαι για να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας στην πατρίδα!

Αλλά ο πρόεδρος επηρεάσθηκε από την πρώτη απάντηση, φαίνεται ότι θα ήθελε να του δοθεί η δεύτερη. Πώς μπορούσε όμως ο γερασμένος και από την πείνα εξαντλημένος και κακουχημένος να δείξε τέτοια υποκριτικότητα και πλαστότητα των ψυχικών του διαθέσεων;

Νηστικό το αρκούδι, ούτε παίζει, ούτε χορεύει, έλεγε έπειτα.

Μας μίλησε λίγα λεπτά, ο κ. πρόεδρος και αναχώρησε. Την άλλη μέρα μίλησε από το Κάιρο, σαν πρόεδρος της κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας.

Οι λεμβούχοι μας

Θα ήταν μεγάλη παράλειψη να αποσιωπηθεί ο σημαντικός ρόλος που έπαιξαν για την ανακούφιση της τραγωδίας του νησιού μας, κάποιοι γενναίοι λεμβούχοι μας. Περιφρόνησαν τις αυστηρές διαταγές του δυνάστη και αψήφησαν τις φοβερές συνέπειες της πιθανής τους αποκάλυψη. Και ρίχτηκαν με πίστη και αποφασιστικότητα, για ένα επικίνδυνο αγώνα επιβίωσής τους, εφιαλτικό σε όλη του τη διάρκεια, μα σωτήριο και λυτρωτικό για εκατοντάδες συνανθρώπους μας. Όσο υπολογίσιμες και αν ήταν οι υλικές αντιπαροχές, ποτέ δεν μπορούσαν να αντισταθμιστούν με το πιο πολύτιμο αγαθό, που κάθε τόσο διακινδύνευαν. Καταδίκη σε θάνατο ήταν η ποινή και μάλιστα ύστερα από φριχτά βασανιστήρια.

Ευτυχώς που δεν θρηνήσαμε θύματα από όσους εξασκούσαν του νησιού μας τις διαμετακομιδές. Οι δικοί μας συμπολίτες βαρκάρηδες, μόλις ένοιωθαν εγγύτερη τη σύλληψή τους, έπαιρναν κρυφά τις φαμίλιες τους και τις τσαντιρώνανε σ κάποιο στρατόπεδο της Μέσης Ανατολής. Έφευγαν οριστικά οι προδομένοι για να ξεφύγουν οριστικά την πιθανή σύλληψή τους και τη θέση τους έπαιρναν άλλοι και αυτούς πάλι τους διαδέχονταν άλλοι, με τις δικές τους παλιές ή καινούργιες βαρκούλες, με μία διαδοχή αλυσιδωτή και ασταμάτητη. Γι αυτό και δεν στέρεψε ποτέ η λειτουργία της διαπεραίωσης στην απέναντι όχθη. Και συνεχίστηκε μέχρι το τέλος σχεδόν της κατοχικής περιόδου, με απόλυτη πληρότητα, χωρίς να περισσέψει κανείς από όσου λαχτάρησαν το μισεμό.

Λίβανος 1943-παρέα
 Ικαριωτών προσφύγων και στρατευμένων. Λίβανος 1943-παρέα Ικαριωτών προσφύγων και στρατευμένων.

Το κυνηγητό του Π. Φανταούτσου

Σε συνεντεύξεις του αφιερώματος και συγκεκριμένα σε αυτήν της Αντιγόνης Ρωμυλίου, αναφέρεται σαν βαρκάρης  κάποιος Φανταούτσος, που η συνεντευξιαζόμενη δεν γνώριζε αν ήταν κανονικό όνομα ή παρατσούκλι, καθώς και ένας συνεργάτης του «Γκρίζος». Στο βιβλίο του ο Ι. Τσαντές αναφέρει ότι ο Πέτρος Φανταούτσοςαπό το Πλωμάρι Ικαρίας ήταν ο βαρκάρης και ο Καραβοσταμιώτης Στέφανος Τσαντές «συνεργάτης και συμπλωτήρας του».

Ο Φανταούτσος υποδείχτηκε από καταδότες στους Ιταλούς, αλλά δεν μπορούσαν να τον συλλάβουν και συνέλαβαν τον συνεργάτη του για να τους υποδείξει πού κρύβονταν, αλλιώς θα τον εκτελούσαν. Αυτός δήθεν δέχτηκε, τους παραπλάνησε με τέχνασμα που αναλύεται στο βιβλίο του Ι. Τσαντέ, δραπέτευσε και μεταμφιεσμένος σε γυναίκα μετά από λίγες μέρες το έσκασε με βάρκα, αρχικά για τη Σάμο και μετά για τη Μ. Ανατολή. Οι τέσσερις Ιταλοί που τον συνόδευαν για να στήσουν ενέδρα σύλληψης στον Φανταούτσο, αφού ο Τσαντές τους είχε κλέψει και τα στρατιωτικά άρβυλα, γύρισαν ξυπόλητοι, άπραγοι και ντροπιασμένοι στη βάση τους.

Σημειώσεις:

– Τα σκίτσα είναι από το βιβλίο του Ι. Τσαντέ

-Η αναφορά σε πολιτικό από τον Ι. Τσαντέ, είναι για τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο.

-Η παλαιά οικία είναι στο μοναστήρι της Θεοκτίστης και πρόκειται για αναπαράσταση σε παλιό οίκημα με παρεμβάσεις αποκατάστασης.

-Eπίσης ευχαριστούμε για τη συνεργασία σε όλο το αφιέρωμα, τον Κύκλο Πολιτισμού και Τέχνης (ΚΥΠΟΤΕ) Ικαρίας.

Επιμέλεια αφιερώματος & φωτο: Νάσος Μπράτσος

ΑΝΑΠΟΔΑ

Σεπ. 5, 2016

Γεννήθηκε και ζει στην Ικαρία από την οποία σε μικρή ηλικία έφυγε σαν πρόσφυγας πολέμου για να γλιτώσει από το λιμό το 1942, ενώ μετά τον πόλεμο σε ηλικία 27 ετών έγινε μετανάστρια στη Γερμανία. Γνωρίζοντας και τις δύο όψεις του μισεμού, η Σώσα Μπερνή – Πλακίδα μιλάει στο ert.gr.

-Πότε φύγατε από την Ικαρία;

avlakiτο σημείο αναχώρησης, εικόνα από www.tripinview.com

-Ήταν Μάης του 1942 και οι γονείς μου και πέντε παιδιά, το πιο μικρό 13 μηνών και το πιο μεγάλο η αδερφή μου 8,5 ετών, μετά ήμουν εγώ σε ηλικία,  μαζί με τους γονείς μας και έναν άλλο πατέρα με δύο παιδιά εφηβικής ηλικίας φύγαμε από την περιοχή ανάμεσα στο Αυλάκι και το Γιαλισκάρι, εκεί που φτάνει το ρέμα στη θάλασσα, με τη βάρκα ενός που λεγόταν Καστανιάς και ήταν από τις Ράχες. Το μικρότερο αδερφάκι μου έχασε τη ζωή του από όλες αυτές τις περιπέτειες, όταν φτάσαμε στην Τουρκία.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAμεταξύ Κάβου Καντιρμά και Αυλακίου το σημείο αναχώρησης – χάρτης Ικαρίας Μιχ. Μάζαρη 1957

-Υπήρχε αμοιβή για το ταξίδι;

-Βεβαίως, ό,τι μπορούσε ο καθένας, άλλος μία κατσίκα, άλλος κάτι άλλο.

-Φύγατε βράδυ;

-Πρέπει να ήταν κοντά στα μεσάνυχτα και ξέραμε πώς έπρεπε να αποφύγουμε τις ιταλικές περιπολίες, άλλωστε η ακτογραμμή της Ικαρίας είναι τόσο μεγάλη που δεν μπορούσαν τη φυλάνε όλη. Συνολικά με τη βάρκα χρησιμοποιώντας τα κουπιά.

mapΧάρτης από τη σχετική εκδήλωση του συνδικάτου οικοδόμων Ικαρίας

-Υπήρχαν προβλήματα στο ταξίδι;

-Όχι η θάλασσα ήταν καλή και δεν είχαμε απρόοπτα, ο πατέρας μου τραβούσε κουπί για να μην εξαντληθεί ο βαρκάρης που είχε να κάνει και το γυρισμό. Έτσι φτάσαμε σε μία περιοχή της Τουρκίας που στα ελληνικά τη λέμε Αγρελιά. Εκεί βγήκαμε κάτσαμε και είχαμε και λίγες προμήθειες φαγητού.

-Μετά τι έγινε;

-Μας βρήκε ένας Τούρκος που είχε εκεί σπίτι και κτήμα, ένας χρυσός άνθρωπος που τον μνημονεύω ακόμα και μας πήγε στο σπίτι που ήταν η οικογένειά του. Εκεί μας φρόντισαν και μας τάισαν.

-Πώς φτάσατε στον Τσεσμέ;

– Ο Τούρκος έζεψε δύο κοφίνια σε ένα άλογο και μας έβαλε μέσα τα μικρά και όλοι μαζί ξεκινήσαμε για τον Τσεσμέ. Στο δρόμο μας εντόπισαν δύο ελεύθεροι σκοπευτές – Τσέτες – και ήρθαν με άγριες διαθέσεις και έψαχναν τα πράγματά μας. Ο Τούρκος με μεγάλη προσπάθεια κατάφερε να τους κάνει να φύγουν και έτσι φτάσαμε στον Τσεσμέ.

-Εκεί τι αντιμετωπίσατε;

ΑΦΡΙΚΗ: 1943 προσφυγόπουλα σε Δημοτικό σχολείο (Σώσα
 Πλακίδα και πίσω η αδερφή της Ασημίνα)ΑΦΡΙΚΗ: 1943 προσφυγόπουλα σε Δημοτικό σχολείο
(Σώσα Πλακίδα και πίσω η αδερφή της Ασημίνα)

-Μας έβαλαν σε ένα κτήριο μαζί με πολλούς άλλους και ήταν ένα μαύρο χάλι, άλλοι άρρωστοι, άλλοι πέθαιναν, μέχρι που μας πήγαν σε καταυλισμό με σκηνές, έως το φθινόπωρο. Το θυμάμαι γιατί έβλεπα τις ελιές να μεγαλώνουν.

-Είχατε επαφές με Τούρκους εκτός καταυλισμού;

-Όχι σπάνια συνέβαινε αυτό και κυρίως με κάποια παιδιά που με σπαστά ελληνικά μας απειλούσαν ότι θα μας κόψουν το κεφάλι, κλπ

Το ΙΩΝΙΑ με
 τον καπετάν Παχούλη από την Κάρπαθο μεταφέρει τους πρόσφυγες
 από το Σουέζ στο Τζιμπουτί.Το ΙΩΝΙΑ με τον καπετάν Παχούλη από την Κάρπαθο μεταφέρει τους πρόσφυγες από το Σουέζ στο Τζιμπουτί.s.s.
 ionias.s. ionia

-Ο Τσεσμές ήταν κέντρο καταγραφής προσφύγων, οπότε σας μετακίνησαν από εκεί.

-Ναι μας πήγαν στο Χαλέπι στη Συρία και εκεί μείναμε σε στρατιωτικούς θαλάμους. Εκεί θυμάμαι ότι πήραν τον πατέρα μου για στρατιώτη για να πολεμήσει και εμείς βρεθήκαμε στο Άντεν της Υεμένης, θυμάμαι τη διαδρομή που κάναμε με ένα τρένο.

-Οι συνθήκες ποιες ήταν;

_70714565_drcongo_bunia_goma_0712-Άσχημες ήταν σε έξαρση τα παιδικά νοσήματα. Τελικά μπήκαμε και δύο φορές σε καράβι, το ένα το έλεγαν «Τριπολιτάνια», το άλλο θυμάμαι ότι ήταν ένα πολύ μεγάλο κρουαζιερόπλοιο της εποχής και φτάσαμε στη Μομπάσα στην Κένυα στην Αφρική και από εκεί με λεωφορεία στην πόλη Ιρουμούν. Από εκεί με λεωφορεία στην Μπούνια στο Ζαΐρ, το λεγόμενο τότε Βελγικό Κονγκό. Θυμάμαι ότι ο καταυλισμός μας ήταν κοντά στο Κιλιμάντζαρο. Το βλέπαμε όπως βλέπουμε από τον Άγιο Κήρυκο, τα βουνά της Σάμου.

-Πώς πέρασε η ζωή εκεί;

-Πήγαμε στο σχολείο και οι δάσκαλοί μας ήταν πρόσφυγες, ζούσαμε έξω από την πόλη και κάτσαμε εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου.

-Μιλήστε μας για την επιστροφή.

-Κάναμε ένα εξίσου μεγάλο ταξίδι, με λεωφορείο, ποταμόπλοια, μέχρι που φτάσαμε στις πηγές του Μωυσέως και τελικά στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Από εκεί ένα καράβι εγγλέζικο μας πήγε στη Χίο το 1946. Οι Χιώτες μας δέχτηκαν με συγκίνηση, μαζί μας ήταν και πολλοί Χιώτες πρόσφυγες. Κοιμηθήκαμε στη Χώρα σε ένα ξενοδοχείο βομβαρδισμένο, δεν είχε στέγη και βλέπαμε τον ουρανό, αλλά ο καιρός ήταν καλός. Από τη Χίο με ένα καραβάκι του Ικαριώτη Φωκιανού, επιστρέψαμε στον Εύδηλο.

 

Συνέντευξη: Νάσος Μπράτσος

πηγη##ert.gr

ANAΠΟΔΑ

Σεπ. 4, 2016
Ακούστε το κείμενο της είδησης
 Ήταν η γενιά που γνώρισε, τον πόλεμο, την κατοχή, την προσφυγιά, αλλά έδωσε και τα πάντα για τη νίκη ενάντια στις δυνάμεις του φασισμού – ναζισμού. Η Αντιγόνη Ρωμυλίου περιγράφει στο ert.gr την προσφυγική διαδρομή του 1942, έως τα τουρκικά παράλια και μετά μέχρι τη Μέση Ανατολή.

-Πώς ξεκίνησαν οι διαδικασίες για να φύγετε;

-Από την Ικαρία έφυγα το 1942 φθινόπωρο προς άνοιξη. Μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, τα πλοία του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, συγκεντρώθηκαν στην περιοχή της Πάχης Μεγάρων. Εκεί ακούστηκε το σύνθημα – προτροπή «δεν εγκαταλείπουμε το Νίκη», ήταν ένα πλοίο του Π.Ν. και ακολούθως γενικεύτηκε σε «δεν εγκαταλείπουμε τα πλοία». Η απόφαση ήταν να φύγουν για να συνεχίσουν τον πόλεμο και έτσι αρκετά πλοία έφυγαν προς τη Μ. Ανατολή, αντί να πέσουν στα χέρια των Γερμανών, οι οποίοι όσα πρόλαβαν τα βομβάρδισαν και εκεί σκοτώθηκε ο Ικαριώτης Δουρής.

katsonisτο υποβρύχιο Κατσώνης

Στο νησί έφτασε το 1941 την περίοδο της μεγάλης πείνας, ένα υποβρύχιο και βγήκε στη στεριά στο χωριό Κυπαρίσσι, αν θυμάμαι καλά οΣτέφανος Καβουριάρης και μας μετέφερε το μήνυμα – προτροπή, ότι όσοι μπορούν να σηκώσουν έστω κι ένα γκρα (παλιό πολεμικό τουφέκι), να περάσουν στην Τουρκία και από εκεί να πάνε στη Μέση Ανατολή για να πολεμήσουν μαζί με τις συμμαχικές δυνάμεις. Μετά έφυγε με το υποβρύχιο χωρίς τότε να πάρουν άλλους μαζί τους. Το μήνυμα διαδόθηκε πολύ γρήγορα. Διαφυγές εθελοντών με υποβρύχιο έγιναν το επόμενο χρονικό διάστημα.

-Η δικιά σας αντίδραση ποιά ήταν;

-Εγώ που ήμουν μικρή διαπίστωσα ότι μπορώ να κρατήσω ένα γκρα και αρχικά ακολούθησα, έτσι μόνο με το φουστανάκι, μία θεία μου που επιχειρούσε να διαφύγει και χρειάστηκε να κρυφτούμε μία μέρα κάτω από ένα δέντρο. Έτσι μετά από αυτή την πρώτη απόπειρα, το αποφάσισε και ο πατέρας μου να φύγουμε και να μοιραστεί η οικογένεια.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ξεκινήσαμε από το χωριό μας την Αρέθουσα, ένα θλιβερό μεσημέρι, εγώ ο πατέρας μου και ο μικρός μου αδελφός ο Θεόφιλος που ήταν 5-6 ετών, υπήρχε μία εκκωφαντική σιγή. Μόνο ροή νερού και κοάσματα βατράχων ακούγονταν. Στο δρόμο συναντήσαμε και μία ατσίδα (κουνάβι της τοπικής πανίδας). Ούτε φωνές παιδιών που δεν έπαιζαν και δεν μιλούσαν, αφού ήταν εξαντλημένα από την πείνα.

Στο δρόμο είδαμε έναν άνδρα αξύριστο (τότε όλοι ακόμα και για να κάνουν μία δουλειά στην αυλή έβγαιναν πάντα ξυρισμένοι), που περπατούσε σα να χοροπηδούσε, να παράπαιε και τα μάτια του ήταν μεγάλα. Ο πατέρας μου του είπε «Ώρα καλή»Ήταν από την πείνα σε αυτή την κατάσταση και τότε υπήρχε η κατεύθυνση όποιος νοιώθει ότι θα πεθάνει, να πηγαίνει όσο πιο κοντά στο νεκροταφείο γιατί και οι υπόλοιποι δεν ήταν σε κατάσταση να τον κουβαλήσουν από την εξάντληση. Ειδικά το Καραβόσταμο ήταν χωριό που δοκιμάστηκε σκληρά από την πείνα και πέθανε πολύς κόσμος.

Επίσης σε άλλο σημείο, είδαμε έναν άνδρα γύρω στα 45, πρησμένο από την πείνα και κουστουμαρισμένο, μάλλον με το γαμπριάτικο κοστούμι του, καφέ στο χρώμα, να κάθεται δίπλα σε μία στέρνα, με τα μάτια ανοιχτά.  Ένοιωσα ένα σύγκρυο στη ραχοκοκκαλιά. Ο πατέρας μου τον χαιρέτησε αλλά αυτός δεν απάντησε. Ήταν νεκρός και μάλλον επειδή συναισθάνονταν ότι αυτό θα του συμβεί είχε ντυθεί με τα καλά του ρούχα.

Σε ένα άλλο σημείο, είδαμε σε ένα σπίτι μία μαυροφορεμένη γυναίκα και ένα παιδάκι με πρησμένα πόδια από την πείνα και ο πατέρας μου τους έδωσε λίγη ζάχαρη, λίγο αλεύρι και λίγα σύκα, από αυτά που κουβαλούσαμε σαν δικές μας προμήθειες. Ο πατέρας μου άναψε το τζάκι τους και πήρε ένα μπρίκι για να ετοιμάσει κάτι και να το ταΐσει. Εμείς παρακολουθούσαμε από απόσταση. Πρέπει να πούμε ότι σε επόμενο ταξίδι διαφυγής πέρασε απέναντι και η γυναίκα και το παιδάκι που σώθηκε.

δυσπρόσιτος κολπίσκος από όπου αναχωρούσαν οι πρόσφυγεςΑύλακας – δυσπρόσιτος κολπίσκος από όπου αναχωρούσαν οι πρόσφυγες – φωτο Ν. ΜπράτσοςΑύλακας - χάρτης Ικαρίας Μιχ. Μάζαρη 1957Αύλακας – χάρτης Ικαρίας Μιχ. Μάζαρη 1957

-Σε ποιά περιοχή εξελίχθηκαν όλα αυτά;

-Όλα αυτά γίνονταν στην περιοχή της Ικαρίας που λέγεται χωριούδια (Μονοκάμπι, Πλωμάρι, Μηλιωπό, μετά το Καραβόσταμο).

Πηγαίναμε σε ένα σημείο που λέγεται Αύλακας, κατεβαίνοντας πεζουλάκι – πεζουλάκι, με πολλές προφυλάξεις μήπως και συναντήσουμε ιταλική περίπολο, που όπως μας είχαν πει ήταν κοντά στη μεγάλη στροφή κοντά στον Άρη ποταμό, έτσι αποφεύγαμε το δημόσιο δρόμο.
Υπήρχαν δύο βαρκάρηδες που οργάνωναν τις διαφυγές έναντι κάποιας αμοιβής, μιλάμε πάντα είτε για κατοχικά λεφτά, είτε για αμοιβή σε είδος.

Εμείς θα φεύγαμε με τη βάρκα του Φανταούτσου, που εκτιμώ ότι δεν το έκανε μόνο για την αμοιβή, αλλά επεδίωκε και το ρίσκο.  Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από κισσό ήταν πολύ ελαφριά και έδειχνε ευάλωτη σε περίπτωση θαλασσοταραχής. Ο άλλος βαρκάρης ήταν ένας «Γκρίζος» από το Καραβόσταμο. Το Φανταούτσο που δεν ξέρω αν ήταν όνομα ή παρατσούκλι, οι Τούρκοι τον είχαν χτυπήσει για το ρόλο που έπαιζε στη μεταφορά Ελλήνων και πρέπει να πούμε ότι πολλές φορές δεν έπαιρνε και αμοιβή.

-ΠεριγράψτεOLYMPUS DIGITAL CAMERA μας την τελική φάση πριν την αναχώρηση.

-Κατεβήκαμε μέσα από μία ρεματιά, κρυφτήκαμε, φώτισε το φεγγάρι και ακούσαμε ερωτικά τραγούδια από βάρκα Ιταλών που περιπολούσε και ένας από αυτούς είχε κιθάρα. Τότε σκέφτηκα «γιατί οι άνθρωποι να κάνουν πόλεμο»;

Ο πατέρας μου μας αγκάλιασε για να φαινόμαστε σαν βράχος και μετά μας έστρωσε μία κουβέρτα. Περιμέναμε να φύγουν οι Ιταλοί δύο όρμους παραπέρα.

Μετά ήρθαν και άλλοι και μπήκαμε στη βάρκα ενώ ο καιρός είχε αέρα και ξεκινήσαμε με κουπιά. Θυμάμαι μία γυναίκα με ένα μωρό που ήταν η γιαγιά του γιατί η μάνα του δε ζούσε. Μαζί μας ήρθε και ο γιός του δασκάλου τουΚούβαρη. Δεν μπορούσαμε να βάλουμε πανί γιατί ο καιρός θα αναποδογύριζε τη βάρκα. Στη βάρκα οι μεγάλοι κάθονταν γύρω – γύρω και εμείς στα πόδια τους. Βλέπαμε τα βουνά της Ικαρίας να απομακρύνονται και σε μερικά σημεία φωτιές που είχαν ανάψει οι Ιταλοί για να ετοιμάσουν το πρωινό ρόφημα.

-Τί συνέβη στο ταξίδι;

-Έπιασε φουρτούνα και ήταν σα να μας καταριόταν η θάλασσα, που είχε πάρει ένα μωβ χρώμα. Βγάζαμε το νερό με ένα κουτί. Ήμασταν βρεγμένοι αλλά αδιαφορούσαμε γι αυτό.

torpilakatosΞαφνικά ένας λέει «Γερμανοί και είναι αβάπτιστο», αναφερόμενος σε ένα μωρό που ήταν στη βάρκα. Σηκώνει τρεις φορές το μωρό στον αέρα και λέει επίσης τρεις φορές «και το όνομα αυτού Ελευθέριος».

Πράγματι ήταν μία γερμανική τορπιλάκατος κα το πλήρωμα φόραγε μαύρα, είχε αδιάβροχα, γυαλιά, μπότες και ένα προστατευτικό μπροστά στο σκάφος σαν αυτά που κάποτε είχαν οι βέσπες. Νόμιζαν ότι πνιγόμασταν και μας παράτησαν γελώντας που θα πεθαίναμε, βλέπετε η βάρκα ήταν σχεδόν ένα με την επιφάνεια της θάλασσας και ήταν σα να καθόμαστε πάνω στα κύματα. Ο πατέρας μου κρατούσε με τα χέρια του εμένα και τον αδελφό μου χαμηλά για να μην μας βλέπουν οι Γερμανοί και εγώ νόμιζα ότι είχα παραισθήσεις ακούγοντας γαυγίσματα, αλλά τελικά ήταν τα γέλια των Γερμανών που έμοιαζαν με ουρλιαχτά σκύλων.

-Πώς φτάσατε στην Τουρκία;

-Αφού περάσαμε μία ημέρα στη θάλασσα φτάσαμε στην Τουρκία σε μία περιοχή που τη λέγανε Βρωμολιμνιώνα. Εκεί από ένα τουρκικό καΐκι, ακούμε ένα «γκελ μπουρντά», από έναν που λεγόταν Σαΐνης και ήταν ένας 30άρης τουρκοκρητικός, μιλούσε και ελληνικά και ήταν ένας λεβέντης που τόσο εμάς όσο και άλλους πρόσφυγες μας βοήθησε πολύ. Δεν είναι εν ζωή, αλλά σίγουρα θα πήγε εκεί που αντιστοιχεί στις καλές του πράξεις. Για τη βοήθεια που παρείχε στους πρόσφυγες είχε χτυπηθεί με βούρδουλα από τις τουρκικές αρχές. Μας έδωσε ένα ταψί με φασόλια μαυρομάτικα και ψωμί.

Μας οδήγησε σε μία σπηλιά για να φυλαχτούμε από φίδια και αγριογούρουνα. Έπρεπε να φύγουμε πολύ πρωί και τρέχοντας γιατί σε μία κοντινή λιμνούλα μαζεύονταν οι αγέλες των αγριογούρουνων για να πιούν νερό, όπως και τα φίδια και θα κινδυνεύαμε. Έτσι ήπιαμε νερό και φύγαμε τρέχοντας.

OLYMPUS
 DIGITAL CAMERA-Από εκεί και μετά τί συνέβη;

-Στο δρόμο είδαμε μία αχλαδιά που είχε κρεμασμένα χαρτάκια με μηνύματα προσφύγων του τύπου «από εδώ πέρασε η οικογένεια του Καβουριάρη, πηγαίνουμε στο άγνωστο», καθώς και άλλα ονόματα και ημερομηνία. Αφήσαμε και εμείς το δικό μας. Βάζαμε σημάδια στο δρόμο για να προσανατολιζόμαστε.

Είδαμε έναν έφιππο Τούρκο γύρω στα 25 με σταυρωτά φυσεκλίκια και μιλούσε ελληνικά. Μας έδωσε νερό και μία γυναίκα μας έδωσε κρεμμύδια.

Σε άλλο σημείο της διαδρομής μας επιτέθηκε μία αγέλη 5-6 σκύλων. Ένα σκυλί ξεφυσούσε στα μούτρα μου και θυμάμαι ότι μύριζε πολύ άσχημα. Ήταν ενός Τούρκου που ήξερε ελληνικά και όταν μας είδε μας είπε «τι ήρθατε εδώ μπρε, να φάτε το ψωμί μας, καλά σας κάνουν οι Γερμανοί». Ο Τούρκος είχε τρεις γυναίκες για συζύγους που δούλευαν μαζί του στα χωράφια και τα ζώα  και ο πατέρας μου που μίλαγε τουρκικά για να τον καλοπιάσει του είπε καλά λόγια για τη μικρότερη νομίζοντας πως είναι κόρη του με αποτέλεσμα ο Τούρκος να θυμώσει περισσότερο. Ο πατέρας μου ήταν γύρω στα 60, ο Τούρκος μεγαλύτερος από αυτόν  και η μικρότερη γυναίκα του Τούρκου ήταν μία 18χρονη, ένα ζωντανό πλάσμα με ένα ωραίο σαλβάρι, που του έφερνε σερμπέτια, ενώ οι άλλες δύο δούλευαν στα πρόβατα και στα βούδια. Από εκεί φύγαμε χωρίς να πάρουμε ούτε νερό.

Στο δρόμο και αφού συναντήσαμε και έναν μη Τούρκο που έδειχνε να μην είναι στα καλά του,  μας πήρε ένα φορτηγό με βαρέλια πετρελαίου και καθίσαμε πάνω σε αυτά με αποτέλεσμα να βρωμιστούμε ακόμα περισσότερο. Κρατηθήκαμε γερά γιατί καταλάβαμε από τον τρόπο οδήγησης ότι ήθελε να μας ταλαιπωρήσει. Μπροστά κάθισε μόνο η γυναίκα με το μωρό.

-Προορισμό είχατε τον Τσεσμέ;

-Έτσι φτάσαμε στον Τσεσμέ, στο σταθμό καταγραφής προσφύγων, όπου μετά την καταγραφή και μέχρι να έρθει η σειρά μας να φύγουμε έπρεπε να λύσουμε μόνοι μας το πού θα μέναμε. Ο Τσεσμές είχε πολλά ερειπωμένα σπίτια Ελλήνων που είχαν φύγει το 1922 και μετά. Μείναμε σε μία παλιά εγκαταλελειμμένη αποθήκη, όπου ήμασταν 200 άτομα σε χώρο όσο έπιανε το σώμα μας. Όσοι ήταν δίπλα στον τοίχο ήταν τυχεροί, γιατί όσοι ήταν στη μέση, συχνά τους πατούσε άλλος μπαίνοντας ή βγαίνοντας.

Στον Τσεσμέ στην παραλία έχοντας στήσει ένα τραπεζάκι, υπήρχαν Έλληνες υπάλληλοι της πρεσβείας για στρατολόγηση εθελοντών για τη Μέση Ανατολή, στην Τουρκία δεν επιτρέπονταν παρουσίες στρατιωτικών άλλων χωρών έτσι είχε συμφωνήσει και με τη Γερμανία.

OLYMPUS
 DIGITAL CAMERA-Σας προώθησαν στη Μέση Ανατολή;

-Τελικά από την Τουρκία πήγαμε με τρένο στο Χαλέπι στη Συρία, εκεί πλυθήκαμε μετά από ένα μήνα και περάσαμε και από γιατρό.

Μέναμε μέσα σε ένα φρούριο της εποχής των σταυροφόρων, όπου υπήρχαν Γάλλοι και Ινδοί και δεν είχαμε επαφή με τον τοπικό πληθυσμό, ήμασταν έγκλειστοι και εκεί κάτσαμε ενάμιση μήνα. Ακολούθως πήγαμε στη Χάιφα (και εκεί χωρίς επαφή με τους ντόπιους) και το Λίβανο.

Μας πήγαν στην περιοχή των σπηλιών του Μωυσέως και μέναμε υπό φρούρηση και γύρω – γύρω σύρματα. Τις γυναίκες μας πέρασαν από σχολή νοσηλευτριών, υπό τη διεύθυνση της Καλλέργη που ήταν ελληνοαμερικανίδα. Όταν μας έδωσαν τις γαλάζιες ρόμπες των μαθητευόμενων νοσοκόμων, παπούτσια και μία πλεχτή ζακέτα, με φύλλο πορείας και συνοδεία Αιγυπτίων στρατιωτών μας πήγαν με τρένο στη Γάζα. Αλλάζαμε συνέχεια τρένα μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας και ένα βράδυ κοιμηθήκαμε σε πλατφόρμα σταθμού.

-Τί θυμόσαστε από αυτό το ταξίδι;

-Μέσα στο τρένο υπήρχε βαγόνι με Γερμανούς αιχμάλωτους, όπου στον ίδιο χώρο ήταν αυτοί ξαπλωμένοι από την εξάντληση και ό,τι προέκυπτε από τις αφοδεύσεις τους. Ορισμένοι είχαν στα παντελόνια τους σημάδια από τα ούρα τους και γύρω τους μικρές λιμνούλες από αυτά. Πολλές μύγες ήταν στο βαγόνι λόγω των αφοδεύσεων και των κοπράνων. Με δυσκολία ένας από αυτούς δέχτηκε να καπνίσει τσιγάρο που του πέταξαν Έλληνες που και εκεί έδειξαν την ανθρωπιά τους και πάλι τότε μου έκανε εντύπωση ότι δεν μαλάκωσε το σκληρό του βλέμμα.

Τελικά υπηρετήσαμε σε νοσοκομείο καταλυμάτων της 1ης Ορεινής Ταξιαρχίας του ελληνικού βασιλικού στρατού της Μέσης Ανατολής. Έτσι ήταν τότε ο κάθε βασιλιάς είχε και το στρατό του. Ρούχα και εξοπλισμό μας προμήθευσαν οι Εγγλέζοι. Θυμάμαι ότι μας είχαν δώσει και μπριγιαντίνη μάρκας «Δον Ζουάν».

-Πότε έγινε η επιστροφή;

-Το 1945 φύγαμε με εγγλέζικο πολεμικό πλοίο για τη Σάμο, όπου και διανυκτερεύσαμε, την επόμενη ημέρα μας πήγαν στη Χίο και από εκεί με καΐκι στην Ικαρία.

Συνέντευξη: Νασος Μπρατσος

Το αφιέρωμα του ert.gr συνεχίζεται.

 

Βιογραφικό Αντιγόνης Ρωμυλίου:

Γεννήθηκα στην Ικαρία. Τη χρονιά που τελείωσα το Δημοτικό Σχολείο, ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ακολούθησε η Κατοχή της πατρίδας και η φυγή ήταν η μόνη λύση. Μακρύ το ταξίδι της φυγής της οικογένειάς μου: Τουρκία OLYMPUS DIGITAL CAMERA– Συρία – Παλαιστίνη – Αίγυπτος. Στην Αίγυπτο στρατολογήθηκα με τον πατέρα μου στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, όπου υπηρέτησα έως το φθινόπωρο του 1945.OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕπιστρέφοντας στην Ελλάδα, στην Αθήνα τελείωσα τη Μέση Εμπορική Σχολή. Η Ανωτάτη έμενε ημιτελής χάριν της οικογένειάς μου. Παντρεύτηκα και απέκτησα τρία παιδιά. Μόλις στάθηκαν στα πόδια τους, διορίστηκα σε Δημόσια Υπηρεσία, απ΄ όπου και συνταξιοδοτήθηκα. Ελεύθερη πλέον υποχρεώσεων, γράφω και μοιράζω το χρόνο μου όπως η Περσεφόνη, έξι μήνες στην Ικαρία και έξι στην Αθήνα.
Το «Ταράμ Μπουρά» είναι το πρώτο βιβλίο μου που παρουσιάστηκε στο κοινό και η «Σοφία» το δεύτερο. Υπάρχουν και άλλα που περιμένουν τη σειρά τους για να εκδοθούν.

Hχητικό ντοκουμέντο

Η συνέντευξη με την κ. Ρωμυλίου έγινε με σκοπό την χρήση της σαν κείμενο σε έντυπη – ηλεκτρονική μορφή και χρησιμοποιήθηκε μπλοκ σημειώσεων και βοηθητικά για να χρησιμοποιηθεί σαν διασταύρωση και επαλήθευση στοιχείων μέχρι τη μέρα της επεξεργασίας του υλικού των σημειώσεων, έγινε και παράλληλη ηχογράφηση με κινητό τηλέφωνο. Μέρος του πρόχειρου βοηθητικού ηχητικού αρχείου,  δημοσιεύουμε διότι κατά την εκτίμησή μας ενισχύει τη συγκλονιστική της περιγραφή. Επίσης ο Ι. Τσαντές στη σχετική ανάρτηση που θα δημοσιεύσουμε, επιβεβαιώνει τα πλήρη στοιχεία των λεβούχων που αναφέρει η κ. Ρωμυλίου.

 πηγη##Νασος Μπρατσος

ΑΝΑΠΟΔΑ

Σεπ. 4, 2016

Μία σχετικά άγνωστη πτυχή της ελληνικής ιστορίας παρουσιάζει το ert.gr με ένα ειδικό αφιέρωμα. Η προσφυγιά των Ελλήνων στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, η διαβίωσή τους σε στρατόπεδα προσφύγων στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, όπου τους προωθούσαν από την Τουρκία, στην οποία περνούσαν από θαλάσσιους δρόμους, με βάρκες και κάτω από αντίξοες συνθήκες.

Όσοι ήταν σε ηλικία που μπορούσαν να έχουν συμμετοχή στον πόλεμο, στρατολογήθηκαν στις συμμαχικές δυνάμεις και τον ελληνικό στρατό της Μέσης Ανατολής. Το μεγάλο προσφυγικό ρεύμα προήλθε κυρίως από νησιωτικούς πληθυσμούς και από τα πιό κοντινά στην Τουρκία, ελληνικά νησιά.

Η πείνα, τα αντίποινα των κατοχικών δυνάμεων και η συνέχιση του πολέμου, ήταν οι βασικές αιτίες που τροφοδότησαν το προσφυγικό ρεύμα.

Πώς όμως κατάφεραν να δραπετεύσουν από τα ιταλοκρατούμενα και γερμανοκρατούμενα νησιά;

-Πώς ταξίδεψαν αυτοί που κόντεψαν να γίνουν οι «μικροί Αϊλάν» της εποχής τους;

Ίδιοι δρόμοι σε διαφορετικές εποχέςΊδιοι δρόμοι σε διαφορετικές εποχές

-Πόσοι τελικά δεν τα κατάφεραν και ξεψύχησαν στα νερά του Αιγαίου, ή στην Τουρκία και τις αραβικές και αφρικανικές χώρες;

-Πώς τους υποδέχτηκαν οι Τούρκοι και οι άραβες;

-Ποιές ήταν οι συνθήκες διαβίωσής τους;

-Γιατί ορισμένοι επέλεξαν να δραπετεύσουν από τα hot spot της εποχής και από πρόσφυγες να κινούνται σε συνθήκες «παρανομίας»;

-Πότε και πώς επέστρεψαν;

Τέσσερις διαφορετικές αλλά συγκλίνουσες ιστορίες καταγραφής της ιστορικής μνήμης, με συνεντεύξεις προσφύγων εκείνης της εποχής, από το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου έως και την Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου από το ert.gr. Aλλά και μία αναφορά αποσπασμάτων από το βιβλίο ενός πρόσφυγα που δεν βρίσκεται πιά στη ζωή, την Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου.

Τότε πρόσφυγες, στις μέρες μας έγιναν γιατροί, ποιητές, συγγραφείς, πανεπιστημιακοί, δήμαρχοι και θυμούνται τις δύσκολες μέρες και τα πέτρινα χρόνια της προσφυγιάς και του πολέμου.

Τότε που οι προσφυγικές ροές είχαν την ανάποδη κατεύθυνση από τις σημερινές, αλλά ακριβώς την ίδια διαδρομή.

έφευγαν νύχτα με κατεύθυνση προς τα εκεί που βγαίνει
 ο ήλιος, ανατολικά, στο βάθος φαίνονται τα βουνά της
 Τουρκίας και δεν είναι τόσο κοντά όσο δείχνει η φωτογραφία,
 ειδικά όταν ωπηλατούν νύχτα και με φουρτούνα εξαντλημένοι
 από την πείνα πρόσφυγες και έχεις και το φόβο των περιπολιών
 των κατοχικών στρατευμάτωνέφευγαν νύχτα με κατεύθυνση προς τα εκεί που βγαίνει ο ήλιος, ανατολικά, στο βάθος φαίνονται τα βουνά της Τουρκίας και δεν είναι τόσο κοντά όσο δείχνει η φωτογραφία, ειδικά όταν κωπηλατούσαν νύχτα και με φουρτούνα εξαντλημένοι από την πείνα πρόσφυγες και είχαν και το φόβο των περιπολιών των κατοχικών στρατευμάτων

Για χρόνια, πολλά στόματα έμεναν κλειστά, άλλα γιατί δεν ήθελαν να θυμούνται τις δραματικές και επίπονες στιγμές που έζησαν και άλλα γιατί πολλοί πρόσφυγες ήταν συνδεδεμένοι με το αντιστασιακό κίνημα στην κατοχή και μετά στην περίοδο του εμφυλίου και δεν ήθελαν να περάσουν στα παιδιά τους το σύνολο της ιστορικής μνήμης – εμπειρίας τους, για να μην ταλαιπωρηθούν – όπως οι γονείς τους – από σκληρά καθεστώτα.

Θυμίζουμε ότι αυτή η γενιά πέρασε τη μεταξική δικτατορία, το κατοχικό καθεστώς, τη μετεμφυλιακή Ελλάδα και τη δικτατορία 1967 – 1974. ‘Ετσι η σιωπή και η ελάχιστη και τυπική αναφορά βασίλευαν για χρόνια. Στο διάστημα αυτό αρκετοί έφυγαν από τη ζωή.

Ήρθε όμως η έξαρση του προσφυγικού κύματος, άλλοι αποφάσισαν να μιλήσουν, σε άλλους τα παιδιά τους είχαν ήδη πάρει τη σκυτάλη της ιστορικής έρευνας και το τελευταίο διάστημα εκδηλώσεις, συνεντέυξεις, αφιερώματα, αλλά και διεθνή ΜΜΕ, άρχισαν εδώ και λίγο καιρό να ασχολούνται με το θέμα.

Με συναίσθηση της μερικότητάς μας καταθέτουμε το δικό μας λιθαράκι στο ψηφιδωτό της ιστορίας.

Για αρχή και πριν αρχίσει να παίρνει διαστάσεις το προσφυγικό κύμα αλλά και πριν πάρει διαστάσεις η πείνα, ας δούμε μέσα από το λεύκωμα της 13χρονης τότε μαθήτριας Ηλέκτρας Μάζαρη – Μπράτσου, στην Ικαρία, ποιές ήταν οι πρώτες εικόνες της κατάληψης του νησιού από τις κατοχικές δυνάμεις:

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Για πρακτικούς λόγους για όσους δυσκολεύονται να διαβάσουν το πρωτότυπο, λόγω γραφικού χαρακτήρα, αναφέρουμε περιληπτικά μερικές από τις σημειώσεις του λευκώματος:

Η Ικαρία είναι υπό ιταλική κατοχή, αλλά οι Γερμανοί κάνουν ό,τι θέλουν και μεταχειρίζονται τους Ιταλούς, όπως θέλουν.

16/3/1941 Μυδραλιοβολισμός Ευδήλου από τους Ιταλούς.

14/4/1941 Δεύτερος πολυβολισμός Ευδήλου από τους Γερμανούς.

10/5/1941 Ένα αντιτορπιλικό Γερμανικό έρχεται στον Αρμενιστή με στρατό και γίνεται η κατάληψη των Ραχών.

11/5/1941 Οι Γερμανοί έρχονται στον Εύδηλο.

13/5/1941 Οι Γερμανοί ξανάρθανε στον Εύδηλο.

14/5/1941 Έρχονται και άλλοι Γερμανοί σήμερα.

1/6/1941 Κυριακή, γίνεται η κατάληψη του Εύδηλου από τους Ιταλούς, κατά που φαίνεται, γρήγορα θα τους ξεκουμπίσουμε.

Οι Ιταλοί έχουν την αξίωση να μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο ιταλικά.

Eπίσης πρέπει να πούμε ότι η κύρια κατοχική δύναμη ήταν οι Ιταλοί και συγκεκριμένα δυνάμεις της μεραρχίας Cuneo. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, αρκετοί στην Ικαρία αναφέρουν ότι οι Γερμανοί επιβίβασαν τους Ιταλούς σε πλεούμενο, δήθεν για να τους μεταφέρουν αλλού και ακολούθως το βούλιαξαν στα ανοιχτά.

Πολλοί λένε ότι τις επόμενες ημέρες είδαν και πτώματα Ιταλών στις ακτές. Όμως όπως αναφέρει στο βιβλίο του ο Ι. Τσαρνάς, αυτό το περιστατικό, παρά την έντονη φημολογία, δεν διασταυρώθηκε ποτέ. Πάντως περιστατικά τέτοιου τύπου σε βάρος Ιταλών έγιναν σε πολλά σημεία της χώρας, όπως η μαζική εκτέλεση Ιταλών τον Οκτώβριο του 1943 από Γερμανούς στο νησί της Κω.

Eπίσης η απαίτηση να γίνει η διαδασκαλία της ιταλικής γλώσσας στα σχολεία, ήταν πρακτική που έρχονταν από τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, όπου σύμφωνα με έγγραφα των Ιταλών, η ελληνική έπρεπε να χαρακτηριστεί τοπική διάλεκτος και να μην είναι η βασική γλώσσα διδασκαλίας.

Η πείνα

Οι πληθυσμοί που ζούσαν στα παράλια, είχαν κύρια ενασχόληση με το εμπόριο μέσω θαλάσσης και με την αλιεία, ενώ οι πληθυσμοί στα ορεινά τμήματα του νησιού με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, σε μικρές εκτάσεις χωρίς μεγάλη παραγωγή και τα προϊόντα τους δεν ήταν επαρκή για να καλυφθούν οι ανάγκες τους. Με την επίταξη των καϊκιών, την καταστροφή αρκετών λέμβων και την απαγόρευση απόπλου, που επέβαλλαν οι κατακτητές, όσοι έμεναν στα παράλια και δεν είχαν γεωργικές ασχολίες κυριολεκτικά λιμοκτονούσαν, ενώ οι αγροτικοί πληθυσμοί με τα μικρά χωραφάκια, στην ορεινή ενδοχώρα του νησιού, με τα χίλια ζόρια φυτοζωούσαν.

Δύσκολος ήταν και ο ανταρτικός αγώνας στα νησιά, αφού ήταν εύκολη η περικύκλωση, δύσκολη η τροφοδοσία και ο άμαχος πληθυσμός δεν είχε μεγάλες δυνατότητες διαφυγής εντός του νησιού που κατοικούσε, για να μην υποστεί τις συνέπειες από τα αντίποινα.

1943
 ταράτσα ξενοδοχείου στη Βηρυτό. Έλληνες πρόσφυγες,
 στην άκρη αριστερά η συντάκτρια του λευκώματος.1943 ταράτσα ξενοδοχείου στη Βηρυτό. Έλληνες πρόσφυγες, στην άκρη αριστερά η συντάκτρια του λευκώματος.

Επίσης το προσφυγικό ρεύμα, οδήγησε στην αύξηση των στρατιωτικών δυνάμεων στη Μ. Ανατολή, αφού πολυάριθμο δυναμικό μπήκε στις τάξεις τους και αύξησε τις δυνατότητές τους.

ΑΝΑΠΟΔΑ

Μαρ. 10, 2016

 

 
Το 1922, ο νεαρός τότε απεσταλμένος της Toronto Star, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, εκλήθη από τον αρχισυντάκτη του, μιας και βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, να καλύψει την ανταλλαγή των πληθυσμών, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Η Μικρασιατική εκστρατεία που ξεκίνησε το 1918 με τους καλύτερους οιωνούς για την Ελλάδα, κατέληξε το 1922 σαν ο χειρότερος εφιάλτης. Ο πλέον μπαρουτοκαπνισμένος και ισχυρός στρατός της Νοτιανατολικής Ευρώπης, έγινε ένα τσούρμο φοβισμένων φαντάρων και ανίκανων – πλην εξαιρέσεων- αξιωματικών.
 
Ο νεαρός τότε ανταποκριτής είχε συγκλονιστεί από τα βάθη της ψυχής του αφού βίωσε λεπτό προς λεπτό τις θηριωδίες και τις σφαγές. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από την πρώτη του εκδοτική δουλειά , του 1925, “Στην προκυμαία της Σμύρνης” , όπου ο ήρωας του Χέμινγουεϊ, κάποιος αξιωματικός ενός πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ που είναι αγκυροβολημένο στον κόλπο της Σμύρνης αφηγείται : «Το χειρότερο, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία...»
 
Σε άλλο σημείο της αφήγησης του ο ήρωας του μυθιστορήματος αναφέρει για τις Ελληνίδες μητέρες της Σμύρνης: «Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε... Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό, αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα... Το παράξενο ήταν, [είπε ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. ...».


Στην ανταπόκριση του για την εφημερίδα στην έκδοση της 20ης Οκτωβρίου του 1922 ο Χέμινγουεϊ που ακολουθεί και καταγράφει τα καραβάνια των χιλιάδων Ελλήνων προς τη Μακεδονία, αναφέρει: «Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά... Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».
 
Σε άλλη του ανταπόκριση στις 14 Νοεμβρίου του 1922 ο Αμερικάνος νεαρός δημοσιογράφος αναφέρει: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη». Και συνεχίζει: «Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης, όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται.... Ψιχάλιζε. 
 
Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωπότητας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροικία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο»
 
 
 
Αυτά αποτύπωσε με την πένα του ένας από τους κορυφαίους δημοσιογράφους και συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα. Όμως ένα παιχνίδι της μοίρας... ένα σκονισμένο κουτί σε κάποιο κλειστό για χρόνια σεντούκι, αποκάλυψε τη δύναμη της εικόνας...
 
Το 2008, ο Αρμενικής καταγωγής Ρόμπερτ Νταβιντιάν καθώς έψαχνε τα πράγματα του αγαπημένου του παππού, του Τζώρτζ Μαγκάριαν, ανακάλυψε σε ένα σεντούκι ένα σκονισμένο κλειστό κουτί. Το άνοιξε και μέσα βρήκε ένα φιλμάκι των 35mm που ο παππούς του είχε “τραβήξει” και σκηνοθετήσει το 1922. Στη συνέχεια βρήκε μια παλιά μηχανή προβολής και αφού την έθεσε σε λειτουργία έβαλε να δει τι ακριβώς είχε αποτυπώσει ο παππούς του...
 
 

Ο Νταβίντιαν συγκλονίστηκε. Ο παππούς του που γεννήθηκε στο Ικόνιο το 1895 και αργότερα διετέλεσε διευθυντής στην Χριστιανική Οργάνωση Νέων (YMCA) Ικονίου, κατέγραψε σε ένα φιλμάκι 10 λεπτών το δράμα των Ελλήνων προσφύγων. Από την ανέμελη ζωή στη Σμύρνη μέχρι την αθλιότητα των προσφυγικών καταυλισμών στην Αθήνα. Από την υψηλού βιοτικού επιπέδου καθημερινότητα με τις όπερες, με το εμπόριο με τις τράπεζες με τη κεντρική παραλία, τη γεμάτη καταστήματα, πίσω σε μια Ελλάδα που τους αποκαλούσε Τουρκόσπορους...Ποιους; αυτούς που μέσα τους έτρεχε αίμα Ελληνικό. Τους γνήσιους Ίωνες, οι εδώ “ελληνάρες” αποκαλούσαν Τουρκόσπορους και τις Σμυρνιές τις έλεγαν Παστρικιές, επειδή...πλενόντουσαν.
 
Το βίντεο είναι σπάνιο. Δείτε το δράμα αυτών των ανθρώπων. Δείτε επίσης πως ήταν η Αθήνα το 1922.
 
Το βίντεο ξεκινάει με την καθημερινότητα στη Σμύρνη με τον γαλλικό δρόμο και τα πολυάριθμα καταστήματα να σφύζουν από ζωή.
 
Και μετά η καταστροφή, τα καμμένα ερείπια, τα κατεστραμμένα κτίρια, ο ξεριζωμός, το ολοκαύτωμα, οι νεκροί...
 
Πλάνα από τα πλοία, ο κόσμος ξυπόλητος, τα παιδάκια πεινάνε, οι μητέρες τα σφίγγουν στην αγκαλιά τους. Κλαίνε.
 
Επόμενο πλάνο: Αθήνα. Δεκάδες παιδιά όρθια περιμένουν ένα πιάτο φαγητό. Ένας χωροφύλακας περνάει μπροστά από την κάμερα. Πλάνο τα ανάκτορα, η σημερινή Βουλή. Ο κόσμος απέξω κατά χιλιάδες περιμένει...
 
Ένας πρόχειρα στημένος καταυλισμός. Σιδερένιες πόρτες κλειστές. Ο κόσμος θέλει να μπει μέσα. Θέλει να φάει. Στην ουρά για ένα πιάτο φαγητό.
Προσφυγιά...


Επόμενο πλάνο. Δεκάδες παιδάκια μπροστά από ένα πρόχειρα στημένο σχολείο. Πεινάνε. Δεν κάθονται στην ουρά. Δεν τους ενδιαφέρουν εκείνη την ώρα τα γράμματα. Θέλουν απλά να φάνε. Έχασαν μάνες, πατέρες, αδέλφια... Είναι προσφυγόπουλα, είναι ορφανά.
 
Στήνονται οι πρώτες σκηνές. Ολόλευκες. Το βράδυ ξεπαγιάζουν και την ημέρα σκάνε. Προσπαθούν να βρουν τους ρυθμούς τους. Μια γιαγιά κάνει μπάνιο το εγγονάκι της.
 
Φαγητό. Νερόβραστη σούπα. Τα παιδιά πεινάνε. Κάτι είναι και η σούπα. Τουλάχιστον δεν θα πεθάνουν από ασιτία. Μέλη της ΧΑΝ μοιράζουν και ένα κομμάτι ψωμί. Τα πλάνα σου μαυρίζουν την ψυχή. Εκατοντάδες παιδάκια, μανούλες, γιαγιάδες σπρώχνουν για λίγο φαγητό.
 
Το επόμενο πρωινό μοιράζουν γάλα. Δεκάδες μικρά λεπτά χεράκια υψώνουν στον ουρανό τις τσάσκες που κρατάνε για να τους τις γεμίσουν με γάλα.
 
Το μεσημέρι ψωμί και σούπα. Γευματίζουν μπροστά στις σκηνές τους. “μοιάζει με πικνικ” γράφει ο Μαγκαριάν “αλλά δεν είναι”
 
Ο θάνατος... το δράμα. Η ΧΑΝ στήνει υπαίθριες ξύλινες κατασκευές και πάνω κολάει καταλόγους με εκατοντάδες ονόματα αγνοουμένων, νεκρών αλλά και ζωντανών. Όλοι τρέχουν με την ελπίδα να διαβάσουν το όνομα κάποιου δικού τους. Όπως ο Νίκος Αναγνωστόπουλος που βρήκε το όνομα της μικρής του κόρης. Είναι ζωντανή σε άλλο καταυλισμό στη Θεσσαλονίκη. Τώρα μπορεί να βάλει κάτι στο στομάχι του να στυλωθεί , να χορτάσει .
 
Επόμενο πλάνο. Η ΧΑΝ προσπαθεί να κάνει τα παιδάκια να ξεχάσουν τον εφιάλτη. Διοργανώνει χορούς και παιχνίδια. Επόμενο πλάνο άρρωστα παιδάκια περιμένουν για περίθαλψη μπροστά από ένα πρόχειρα στημένο νοσοκομείο.
 
Επόμενο πλάνο. Μια κυρία κρατά στα χέρια της ένα δίχρονο παιδάκι που βρήκε παρατημένο στα σκαλιά μιας εκκλησίας στη Σμύρνη, όταν οι Τούρκοι έμπαιναν και έσφαζαν.


Αισιοδοξία. Οι πρόσφυγες είναι μια σπάνια ράτσα. Ικανή. Ικανότερη από πολλούς. Δεν τα παρατάνε. Ξεκινάνε μια νέα ζωή από την αρχή. Χτίζουν σπίτια. Τα νέα τους σπίτια. Στα πλάνα πρέπει να είναι η περιοχή του Νέου Κόσμου.
 
Όσοι δεν είναι σε καταυλισμό όπως η μητέρα στα πλάνα με τα παιδιά της ζουν σε σιδερένια τόλ.
Στην ουρά για ρούχα. Όλοι έφυγαν από τη Σμύρνη με ότι φορούσαν εκείνη τη στιγμή. Η ΧΑΝ μοιράζει ρούχα.
 
Ρούχα γεμάτα αίματα, βρωμιά, γεμάτα μυρωδιές από τα καμένα της Σμύρνης...
 
 
ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ
 


-πηγη##news4PEOPLE

ΑΝΑΠΟΔΑ