Ιστορια-Μνημες

Αυγ. 16, 2016

 

 Ήταν κοντά 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, όταν οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους – κουκουλοφόρους, ξεκίνησαν μια επιχείρηση που οδήγησε σε λουτρό αίματος με ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς και λεηλασίες σπιτιών.

Στις μέρες μας ήρθε να προστεθεί ένα στοιχείο που κάνει τραγικά επίκαιρο να θυμάται κανείς τις θηριωδίες των ναζί στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς εκεί που πάτησαν οι μπότες του Γ΄ Ράιχ, ακολούθησαν μερικές δεκαετίες μετά, τα στιλέτα του χρυσαυγίτη Ρουπακιά, που στην περιοχή της Νίκαιας ξεδίπλωσε τη δράση του, με τραγικό αποτέλεσμα τη δολοφονία του Π. Φύσσα στη γειτονική περιοχή του Κερατσινίου.

 

Παρουσιάζουμε συνέντευξη με μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) παραρτήματος Νίκαιας, που είχαν ζήσει τα συγκεκριμένα γεγονότα.

Οι αντιστασιακοί είναι οι: Δημήτρης Μαυράκης, Μαρίτσα Παπαδημητρίου – Κοκκινάρη, Δέσποινα Κρομμυδάκη.

 Οι συνεντεύξεις τους προέρχονται από το εξαντλημένο πια βιβλίο «Εργατικές Ιστορίες – συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967». Εκδόσεις BUX 1998, ISBN 960-7939-00-X, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος.

 

Δ.Κ.: «Τότε η Κοκκινιά απαρτίζονταν, όπως και σήμερα, από προσφυγιά που είχε καυτά ζωτικά προβλήματα. Ο λαός που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, από τον Πόντο και από άλλες περιοχές, ήταν ρακένδυτος, χωρίς στέγη, χωρίς το νοικοκυριό του. Τα είχαν αφήσει εκεί πέρα, που τους είχαν κυνηγήσει οι Τούρκοι και τους ξεκληρίσανε. Φοβούμενοι μήπως χάσουν και τη ζωή τους, προτιμήσανε να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντά τους και να έρθουν στην Ελλάδα και να ξαναρχίσουν πάλι από την αρχή. Ο κόσμος αυτός είχε συσπειρωθεί γύρω από τα εργατικά σωματεία και αγωνιζότανε για να μπορέσει να επιβιώσει εδώ. Τα προβλήματά τους ήταν η εργασία, η στέγη, φως, νερό κλπ και συσπειρώθηκαν γύρω από το εργατικό ΕΑΜ.

Τότε όλοι οι ξένοι (Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι) είχανε τα βλέμματά τους στραμμένα στην Ελλάδα και όταν συστάθηκαν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ με αιμοδότη το ΚΚΕ, στα διάφορα καλέσματα που έκανε το εργατικό ΕΑΜ, ο λαός της Κοκκινιάς και ιδιαίτερα η προσφυγιά, ήταν πρώτη και ενωμένη.

Οι φασίστες ονομάζανε την Κοκκινιά “Μικρή Μόσχα” και είχαν βάλει στόχο να μας ξεκληρίσουνε. Καλούσαν να παρουσιαστούμε με ψηλά τα χέρια στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και από εκεί άλλους θα τους κρατούσανε, άλλους θα τους πηγαίνανε στη Γερμανία, άλλους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για εκτέλεση, κλπ».

 

Δ.Μ: «Οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άρχισαν από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο που έγινε το μπλόκο, να μπαίνουν κρυφά με πολιτικά στην περιοχή. Γίνονταν όμως αντιληπτοί, τους κυνηγούσανε και έφευγαν.

Υπήρχαν πληροφορίες πριν το μπλόκο για κάποιες κινήσεις των Γερμανών και πάντα ο ΕΛΑΣ έπαιρνε τα μέτρα του. Και περιφρούρηση το βράδυ έβγαινε και φρουραρχείο είχε. Συλλαμβάναμε διάφορους γερμανοτσολιάδες με πολιτικά, τους παίρναμε τα ρούχα και φεύγανε γυμνοί.

Οι μάχες στην περιοχή της Νίκαιας, άρχισαν στις 7 του Μάρτη. Δόθηκε σκληρή μάχη από τον ΕΛΑΣ και έτσι δεν κατάφεραν να μπουν στην Κοκκινιά. Ξαναδοκίμασαν πάλι, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Τότε ετοίμασαν άλλο σχέδιο και στις 15 Αυγούστου, δεν επιχείρησαν να μπουν κατευθείαν στην Κοκκινιά, αλλά να μπαίνουν σιγά – σιγά, από την Αγιά Σοφιά, τα Μανιάτικα, να κυκλώνουν δηλαδή την Κοκκινιά.

Γίνονταν μάχες με τον ΕΛΑΣ αλλά 17 Αυγούστου μπήκαν μέσα και κύκλωσαν την Κοκκινιά από βραδύς. Με τις ντουντούκες που είχαν καλούσαν όλους τους άνδρες, από 15 χρονών έως 60, να παρουσιαστούν όλοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης.  Tα συνθήματα τα φωνάζανε οι προδότες που ήξεραν ελληνικά».

 

Δ.Κ.: «Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά».

Δ.Μ.: «Όταν γέμισε η πλατεία της Οσίας Ξένης, από τους συγκεντρωμένους, τους γονάτισαν όλους. Βάλανε τότε τις κουκούλες οι χαφιέδες και περνάγανε δίπλα από τον κόσμο και έδειχναν. Όποιον έδειχναν τον έπαιρναν για εκτέλεση στη μάντρα. Όπου υπήρχε παράνομος που κρυβόταν, οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στη συνοικία. Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα έγινε στην περιοχή Αρμένικα. Τα σπίτια τα λαμπάδιασαν και εκτέλεσαν πολλούς στη μάντρα που σήμερα είναι το γήπεδο.

Τη μέρα του μπλόκου έγινε μάχη με την Κουμπάτη τη Διαμάντω. Σκοτωθήκανε πολλοί κι έμεινε μόνη της. Την φέρανε σέρνοντας από τα μαλλιά στη μάντρα για την εκτέλεση.

Όσοι δεν εκτελέστηκαν τους πήγαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί στη Γερμανία. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν κι ένα προδότη, τον Μπαστράνη, μέχρι κι αυτοί τον σιχάθηκαν. Έψαξαν τα σπίτια κι όποιον έβρισκαν κρυμμένο, τον εκτελούσαν επιτόπου στο δρόμο. Γι αυτούς τους εκτελεσμένους, κάνουμε κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου μια ειδική εκδήλωση, που τη λέμε «τα Στεφανώματα». Δηλαδή στον τόπο των εκτελέσεων, καταθέτουμε στεφάνι και λέμε και δύο λόγια. Υπήρχε και κόσμος που κατάφερε να φύγει από την περιοχή και βγήκε στην παρανομία».

Δ.Κ.: «Οι εκτελεσμένοι ήταν γύρω στα 200 άτομα, αλλά δεν είναι οι μόνοι νεκροί της περιοχής, αφού τόσο στον αγώνα εναντίον των Ιταλών, όσο και ενάντια στους Γερμανούς, αλλά και αργότερα στους Άγγλους, είχαμε νεκρούς. Την ημέρα του μπλόκου, που θα μείνει στη μνήμη όλων μας, είναι το αιματοκύλισμα, αλλά πιο πολύ εντύπωση μου έκανε το σπάσιμο της επάνω μάντρας των Αρμένικων. Είχανε στοιβάσει όλα τα άτομα το ένα πάνω στο άλλο και βγήκε το χωνί και είπε να έρθουν οι οικογένειες να πάρουν τους νεκρούς τους για να τους θάψουνε.

Όμως δεν υπήρχανε τότε τα κατάλληλα μέσα, εμένα προσωπικά μου έκανε εντύπωση του Μπογδάνου η περίπτωση, που ήρθε στη μάντρα στα Αρμένικα και πήρε το παιδί του σαν σφαγμένο πρόβατο, το έβαλε στον ώμο του και το κατέβασε σπίτι του, βάφοντας όλο τον δρόμο με αίμα.

Επειδή έζησα όλα αυτά τα γεγονότα, θα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη που έχει απομείνει, ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός, εδραίωση της ειρήνης σε όλες τις χώρες».

 

Δ.Μ.: «Παρά τα θύματα που είχε ο Κοκκινιώτικος λαός, συνέχισε τον αγώνα με διαμαρτυρίες, με συγκεντρώσεις και ξαναβρήκε το ηθικό του, μέσα σε ένα τέτοιο κακό.

Ο αντίκτυπος του μπλόκου ήταν να δυναμώσει το αντιστασιακό κίνημα. Τα χτυπήματα σε βάρος των κατακτητών τα συνεχίσαμε και φυσικά ξέραμε ποιοι προδότες τους είχαν βοηθήσει, έτσι ώστε κάναμε αυτό που έπρεπε, τα χτυπήματα πήραν το δρόμο που έπρεπε να πάρουν.

Για το σήμερα, για τις ομάδες των νοσταλγών του φασισμού που εμφανίζονται αμελητέες, έχω να πω ότι το μικρό γίνεται μεγάλο. Ξεκινάει κάτι με 5-6 άτομα, γίνονται 10-20 και ανεβαίνει. Το κακό πρέπει να το χτυπάς στη ρίζα του.

Βλέπω ότι ορισμένοι μεγαλοκαρχαρίες και κυβερνήσεις, υποστηρίζουν έμμεσα τους νεοναζί. Εάν θέλουνε μπορούσαν να τους είχαν εξαφανίσει μόλις είχαν εμφανιστεί, όμως τους άφησαν και μεγαλώνουν και τους βοηθάνε.

Μέχρι και στα γραφεία μας έστειλαν απειλητικές επιστολές και αγκυλωτούς σταυρούς. Εμείς αυτή την κατάσταση την πολεμήσαμε και θα συνεχίσουμε. Τον αγώνα που αρχίσαμε, θα τον συνεχίσουμε, δεν θα αφήσουμε να πάνε χαμένα τα όνειρα αυτών που έπεσαν».

Δ.Κ.: «Να επιμείνουμε στα τότε αιτήματα, που ήταν για ψωμί, για παιδεία, για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για ειρήνη. Οράματα που ακόμα και σήμερα μένουν ανεκπλήρωτα και συνεχίζουμε όλοι εμείς τον αγώνα και θα τον συνεχίζουμε μέχρι να πεθάνουμε.

Μετά από τον αγώνα του Κοκκινιώτικου λαού και ειδικά των κομμουνιστών, θα το τονίσω αυτό, γι αυτά όλα τα ιδανικά που έκαναν τον αγώνα, τους στείλανε φυλακή και εξορίες. Αυτή ήταν η αμοιβή των αντιστασιακών και σήμερα παραμένει το πρόβλημα καυτό και ανεκπλήρωτο».

 

*στοιχεία της ομάδας γυναικείων σπουδών του Α.Π.Θ.

Από τα τρία εκατομμύρια οργανωμένων μελών της εθνικής αντίστασης, οι 1.740.000 ήταν γυναίκες, ενώ γυναίκες και κορίτσια ήταν τα περισσότερα μέλη της ΕΠΟΝ και του παιδικού της τμήματος. Οι γυναίκες της αντίστασης ίδρυσαν 679 λαϊκά ιατρεία, 169 λαϊκά νοσοκομεία και 1.253 λαϊκά φαρμακεία σε όλη τη χώρα.

 

Ο Δήμος Νίκαιας – Αγ. Ιωάννη Ρέντη, αναφέρει για τις εκδηλώσεις:

«Αξίζει  να σημειωθεί  ότι όσοι ενδιαφέρονται θα μπορέσουν την ίδια μέρα να επισκεφθούν και το Μνημείο της Μάντρας Μπλόκου της Κοκκινιάς , να δουν την ιστορική Πορτάρα, τη διατηρητέα ξύλινη πόρτα, από την οποία πέρασαν τους προς εκτέλεση μελλοθανάτους που έφερναν από την πλατεία της Οσίας Ξένης, τον τόπο συγκέντρωσης των αρρένων δημοτών.

Μπορούν ακόμη να επισκεφθούν το -στεγασμένο τότε και δίχως σκεπή σήμερα- χώρο των αργαλειών, στον οποίο έγιναν οι εκτελέσεις.  Στο βοηθητικό στεγασμένο χώρο του υφαντουργείου φιλοξενούνται οι φωτογραφίες και αναγράφονται τα ονόματα των εκτελεσμένων από τη Μάχη και το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Ένα πλήθος από αναθηματικές στήλες και λάβαρα φέρνουν τον επισκέπτη πρόσωπο με πρόσωπο με τους ηρωικούς μάρτυρες της πόλης.

Στο μνημείο/μουσείο καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο φιλοξενούνται ιστορικά τεκμήρια της Κατοχής και του Γερμανικού οπλοστασίου, γλυπτά που φιλοτέχνησαν ο Μιχάλης Κάσσης και ο Μιχάλης Παπαδάκης, καθώς και φωτογραφίες αγωνιστών της Αντίστασης, τις οποίες τράβηξαν αξιόλογοι Έλληνες και ξένοι  φωτογράφοι».

ΜΑΝΤΡΑ ΜΠΛΟΚΟΥ ΚΟΚΚΙΝΙΑΣ

ΗΛΙΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΙ ΚΙΛΙΚΙΑΣ

Δείτε ΕΔΩ ένα σχετικό ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ.

Φωτο:  “Το μπλόκο της Κοκκινιάς”. Χαρακτικό του Τάσσου, αρχείο ΑΠΕ/ΜΠΕ, Αλέξανδρος Μπελτές

Κείμενο -επιμέλεια: Νάσος Μπράτσος

πηγη## ΕΡΤ

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Ιουν. 10, 2016

 

Η ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα.

75 χρόνια μετά τη μεγαλύτερη αναδιανομή γης, ακίνητων και εισοδημάτων, από την κατοχή του 1941, η ιστορία επαναλαμβάνεται με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Φτωχούς και άνεργους, καταχρεωμένους από τη συνεχή φοροληστεία και τα χαράτσια από τη μία και μαυραγορίτες, τοκογλύφους, τραπεζίτες και το κράτος από την άλλη, στην υπηρεσία των δεύτερων, όπως και τότε, να πρωτοστατούν στη δεύτερη μεγαλύτερη απόπειρα βίαιης αναδιανομής του κόπου και του ιδρώτα εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων των δύο τελευταίων γενεών και με σχεδιασμούς που ξεπερνούν τους σημερινούς χρεοφειλέτες στις τράπεζες και το κράτος που χρησιμοποιούνται ως εμπροσθοφυλακή των σχεδιασμών που στοχεύουν στο σύνολο της λαϊκής ιδιοκτησίας που προορίζεται να αποτελέσει τη μεγάλη πηγή κερδοφορίας του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Οι μαυραγορίτες, χίτες και ταγματασφαλίτες της κατοχής, τοκογλύφοι, συνεργάτες των Γερμανών αναδείχτηκαν στη πλειοψηφία τους σε μεγαλονυκοκυραίους, εισοδηματίες , νομοταγείς πολίτες αφού πλούτισαν πατώντας πάνω στα συντρίμμια της ζωής εκατομμυρίων Ελλήνων συμπολιτών. Αυτοί αποτέλεσαν την μεσοαστική και αστική τάξη. Τροφοδότησαν με τους γόνους και τους απογόνους τους το σάπιο σημερινό αστικοκοινοβουλευτικό πολίτευμα, αφού πρώτα φρόντισαν να εκτελέσουν, φυλακίσουν, εξορίσουν, εξανδραποδίσουν με κάθε τρόπο και μέσο τον εχθρό λαό που πολέμησε στα βουνά τους κατακτητές. Σήμερα επιχειρούν εκ νέου ένα απίστευτο ρεσάλτο, μαζί με το μεγάλο κεφάλαιο και τη διεθνή τάξη των τοκογλύφων, που αποκαλούνται αγορές και επενδυτές, με στόχο ένα νέο, άκοπο πλουτισμό, που μπορεί να εδραιώσει τη κυριαρχία και τα κέρδη τους και τα επόμενα χρόνια, επιχειρώντας με τη νέα κατοχή, την ισοπέδωση κοινωνικών κεκτημένων και δικαιωμάτων που επιδιώκουν, να επιβάλλουν το ξεπέρασμα της κρίσης του συστήματος και του χρήματος πατώντας πάνω σε χιλιάδες κατεστραμμένες ζωές και πτώματα, όπως και τότε …

Τι έγινε πραγματικά εκείνο το βαρύ χειμώνα του 1941 στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στα μεσαία και μεγάλα αστικά κέντρα;

«Βιομήχανοι που έκαναν χρυσές δουλειές χάρη στις παραγγελίες της Βέρμαχτ ή την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης, υπεργολάβοι δημοσίων έργων που άνοιγαν δρόμους κι έφτιαχναν λιμάνια ή αεροδρόμια για λογαριασμό του στρατού κατοχής, μικροί και μεγάλοι μαυραγορίτες, «διαμεσολαβητές» κάθε λογής που έσωζαν (ή «προσπαθούσαν να σώσουν») ζωές με αντάλλαγμα χρυσές λίρες – όλοι αυτοί αποτέλεσαν τους κερδισμένους των ημερών, τη σπονδυλική στήλη της εθνικοφροσύνης και τη μαγιά του «αναπτυξιακού θαύματος» των επόμενων δεκαετιών.

Η πλειοψηφία των ωφελημένων από την Κατοχή ανήκε ωστόσο στην κατηγορία των «νοικοκυραίων», των ανθρώπων που είδαν τη «ρευστότητα» της περιόδου απλώς σα μια καλή ευκαιρία να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών και των επιχειρήσεών τους. Και, σαν καλοί νοικουραίοι, φρόντισαν να επενδύσουν στην πιο σταθερή (αλλά συγκυριακά υποτιμημένη) «αξία». Αγοράζοντας -αντί πινακίου φακής- κάθε λογής ακίνητα, από οικόπεδα κι αγροτεμάχια μέχρι σπίτια κι ολόκληρες πολυκατοικίες.

Στην κατοχή άλλαξαν χέρια 350.000 περίπου ακίνητα. Το ένα τρίτο απ’ αυτά ήταν «αστικά» (σπίτια και οικόπεδα), τα δυο τρίτα «αγροτικά» (δηλαδή χωράφια, συχνά στην περίμετρο των αστικών κέντρων, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των σημερινών πολεοδομικών συγκροτημάτων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης), ενώ πουλήθηκαν και 1.000 περίπου «βιομηχανικά» ακίνητα, ως επί το πλείστον βιοτεχνίες.» Στοιχεία από την εξαιρετική δουλειά των συντακτών του ΙΟΥ. (Δείτε όλη την ανάρτηση ΕΔΩ)

Μετά τη κατοχή αναπτύχθηκε ένα μεγάλο κίνημα για την επιστροφή των ακινήτων που αποκτήθηκαν με εκβιασμούς και δόλια μέσα. Δεν είχε τύχη.

Ο αναγκαστικός νόμος «περι των επι κατοχής συναφθεισών ακινήτων» δεν είχε αποτελέσματα αφού η κυβέρνηση συνεργασίας Τσαλδάρη , Βενιζέλου Κανελλόπουλου με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Αλέξανδρο Διομήδη φρόντισε να νομιμοποιήσει την αναδιανομή ως τετελεσμένο γεγονός. Εκτός από μερικά καλύβια στην κυριολεξία φτωχών ανθρώπων που επιστράφηκαν αφού δεν είχαν καμία αξία για τους «μαυραγορίτες επενδυτές» οι υπόλοιπες ιδιοκτησίες τέθηκαν βάσει του νόμου σε μια ιδιότυπη διαπραγμάτευση μεταξύ «αγοραστών» και «πωλητών» προκειμένου να διευθετηθεί η «εκκρεμότητα» και αποδόθηκαν τελικά στους πρώτους με τη μέθοδο της φορολογίας.

Οι μετα-κατακτητές αποτέλεσαν το μετακατοχικό Ελληνικό κράτος και όριζαν με φωτιά και τσεκούρι τις τύχες της γενιάς που κατέστρεψε ο πόλεμος. Ερήμωσαν την ύπαιθρο που αποτελούσε εστία αντίστασης γιατί εκεί οι μνήμες της Ελεύθερης Ελλάδας ήταν ζωντανές, γέμισαν τα ξερονήσια και τις φυλακές με τους αγωνιστές που έχασαν το κοινωνικό πόλεμο, οδήγησαν στα εργασιακά κάτεργα των μεγαλουπόλεων εκατοντάδες χιλιάδες, γέμισαν με τσιμέντα τις πόλεις, έσπρωξαν τους εργαζόμενους στο δανεισμό, τους υποχρέωσαν να αποδεχτούν μια άγρια τοκογλυφία, χύθηκαν ποτάμια ιδρώτα για να αποκτηθεί ένα κεραμίδι … Δούλεψαν και βασανίστηκαν τόσοι πολύ για τόσους λίγους …

Η νέα κατοχή ήρθε χωρίς πόλεμο. Ισοπεδώνει κατακτήσεις και κεκτημένα. Επιχειρεί να αποστερήσει από κάθε ιδιοκτησία τους εργαζόμενους μετατρέποντας τους σε σκλάβους. Η νέα αναδιανομή της ακίνητης περιουσίας είναι μεγαλύτερη από εκείνη της κατοχής του 1941-44. Δυστυχώς τη νέα αναδιανομή υπογράφει μια κυβέρνηση με αριστερό προσωπείο που καπηλεύτηκε τα πάντα.

Δείτε και αναφορά στο κίνημα για τα ακίνητα που άλλαξαν χέρια στη κατοχή στη «Μηχανή του χρόνου» εδώ.

πηγη## inred.gr
 
ΑΝΑΠΟΔΑ
Απρ. 3, 2016

 <iframe width="490" height="306" src="https://www.youtube.com/embed/y-pUJ_12l9U" frameborder="0" allowfullscreen></iframe>

Γάλλοι επιστήμονες παρουσίασαν έναν αποκαλυπτικό χάρτη για την πορεία που ακολούθησε το ραδιενεργό νέφος μετά το ατύχημα στο Τσέρνομπιλ.

Η κινούμενη γραφική αναπαράσταση παρουσιάζει την εξάπλωση του ραδιενεργού νέφους που ταξίδεψε πάνω από την Ευρώπη αλλά και ολόκληρο τον κόσμο το διάστημα 26 Απριλίου 1986 με 9 Μαΐου του ίδιου έτους.

Τα χρώματα της αναπαράστασης που ακολουθεί (κίτρινο, πορτοκαλί, ανοιχτό κόκκινο, κόκκινο και σκούρο κόκκινο), φανερώνουν την δείχνουν την περιεκτικότητα σε Μπεκερέλ ανά κυβικό μέτρο αέρα στην ατμόσφαιρα.

Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Ραδιοπροστασίας και Πυρηνικής Ασφάλειας της Γαλλίας (IRSN), το ραδιενεργό νέφος (Καίσιο 137) άρχισε να εισέρχεται στην Βόρεια Ελλάδα το πρωί της 2ας Μαΐου 1986, Μεγάλη Παρασκευή.Η μόλυνση συνέχισε να εξαπλώνεται στην Ελλάδα και την κάλυψε ολόκληρη το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου 3 Μαΐου 1986.

 

 

 

 

πηγη##Οικολογικη Κινηση Ερμιονιδας 

 

ΑΝΑΠΟΔΑ

Μαρ. 29, 2016
 

 

 Σαν σήμερα, το 1952, ο Νίκος Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο και εκτελείται στο Γουδί με τους συναγωνιστές τους Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο και Δημήτρη Μπάτση.

_________________

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από παιδική ηλικία γαλουχείται με τα ιδανικά του κομμουνισμού και από νωρίς, στα φοιτητικά του κιόλας χρόνια και στη Νομική Αθηνών, στοχοποιείται λόγω της πολιτικής του δράσης. Από το 1932 είναι μέλος της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδας) και από το 1934 μέλος του ΚΚΕ. Το 1935 εκλέγεται γραμματέας της κομματικής οργάνωσης Αμαλιάδας. Με τη δικιά του συμμετοχή ξεσπούν στην πόλη διαμαρτυρίες των σταφιδοπαραγωγών και απεργίες.

Τον Μάρτη του 1936 ο Μπελογιάννης συλλαμβάνεται ως υπαίτιος της οργάνωσης της απεργίας στην Αμαλιάδα και χωρίς δίκη εξορίζεται στην Ίο για ένα χρόνο. Το Μάη του ίδιου χρόνου θα καταδικαστεί ερήμην σε δύο χρόνια φυλάκιση. Τότε θα αποβληθεί για πάντα και από το Πανεπιστήμιο. Τον Ιούνη του 1936 ασκεί έφεση στην απόφαση και επιστρέφει στην πόλη του.

Την στιγμή που οι ναζί εισβάλουν στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Ζητά την ελευθερία του για συμμετάσχει στον πόλεμο αλλά η κυβέρνηση αρνείται. Καταφέρνει να αποδράσει και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Με την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί και το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει ρόλο Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Από αυτή τη θέση θα παλέψει για τα ιδανικά του μέχρι και την τελευταία στιγμή της εμφύλιας σύρραξης. Το 1949, μετά την ήττα, εγκαταλείπει τη χώρα, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο στις γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες.

Ένα χρόνο αργότερα τον Ιούνιο του 1950, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, επιστρέφει στην Ελλάδα, με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο βάσει νόμου θεωρείται “παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα”, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Το Δεκέμβρη του 1950 συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, το οποίο αποτελούσαν οι Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Γεώργιος Παπαδόπουλος (μετέπειτα δικτάτορας), Ν. Κομιάνος, Γ. Κοράκης, και Θ. Κυριακόπουλος. Ο Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο και η εύθραυστη μετεμφυλιακή ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας κινδυνεύει.

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω», θα δηλώσει ο Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του.

Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα, να ανακοινώσει την άρση της απόφασης. Αποφασίζεται, ωστόσο, ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του να δικαστούν και πάλι με την κατηγορία της κατασκοπείας, η οποία θα ενισχυθεί όταν οι αρχές θα ανακοινώσουν στις 14 Νοεμβρίου 1951 ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1952, ξεκινάει το δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, η οποία πέρασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ο Μπελογιάννης ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντικρούει όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπείας και δηλώνει: «Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι’ αυτό και τη ζωή μας»

Την 1η Μαρτίου, ο Νίκος Μπελογιάννης, κρατώντας ένα γαρύφαλλο όπως κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της δίκης, ακούει τον πρόεδρο του στρατοδικείου να ανακοινώνει ότι μαζί με επτά συντρόφους του (Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και Έλλης Ιωαννίδου) καταδικάζεται σε θάνατο.

Παράλληλα με τη δίκη, αλλά και μετά την ανακοίνωση της απόφαση, ξεσπά ένα τεράστιο, διεθνές κύμα αλληλεγγύης. Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, η κυβέρνηση Πλαστήρα λαμβάνει περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούν τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Ανάμεσά τους ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, καθώς και 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν είναι μερικά μόνο από τα ονόματα διανοούμενων και καλλιτεχνών που προσπαθούν να σώσουν τον Μπελογιάννη.

Λίγες ημέρες αργότερα, έρχεται στο φως της δημοσιότητας ένα γράμμα από το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Νίκο Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την οργάνωση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και υπόσχεται να παραδοθεί στις αρχές με αντάλλαγμα να μην εκτελεστεί ο Νίκος Μπελογιάννης. Η γνησιότητα του γράμματος του Πλουμπίδη αμφισβητείται από το ΚΚΕ, όχι όμως και από το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο ωστόσο αρνείται να διαπραγματευτεί με τον καταζητούμενο Νίκο Πλουμπίδη.

Όλες οι προσπάθειες και οι διεθνείς πιέσεις για απόδοση χάριτος στον Μπελογιάννη απέβησαν άκαρπες. Έτσι στις 30 Μαρτίου ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση ότι η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε και στις 4:12 π.μ., ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελείται μαζί με τους συντρόφους του στο Γουδί.

Ήταν Κυριακή, 30 Μαρτίου 1952. Πριν 63 χρόνια. Κυριακή, ημέρα που ακόμα κι οι Γερμανοί δεν έκαναν εκτελέσεις. Κι όμως το μετεμφυλιακό καθεστώς, εκείνο το κυριακάτικο ξημέρωμα προχώρησε στην εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και 3 ακόμη συντρόφων του, των Ηλία Αργυριάδη, Νίκου Καλούμενου και Δημήτρη Μπάτση.

______________

«Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά / να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ’ τον κόρφο σου/ για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη. /Καλημέρα ανθρώποι μου/ Καλημέρα ήλιε/ Καλημέρα Μπελογιάννη»

Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»

 

 

 πηγη##badiera.gr

 
ΑΝΑΠΟΔΑ
Μαρ. 26, 2016

 

Ζούμε σε μέρες που δεν έχουμε δικαίωμα όχι μόνο να τις ξεχάσουμε, αλλά και που πρέπει να μας οδηγήσουν πίσω στην ιστορία για να θυμηθούμε πότε οι πρόγονοί μας έζησαν παραπλήσιες καταστάσεις. Αλιεύσαμε και αναδημοσιεύουμε μία εξαιρετική έρευνα του Πέτρου Παπαπολυβίου, Κύπριου πανεπιστημιακού, για την προσφυγιά των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε χώρες της Μ. Ανατολής (μεταξύ αυτών και η Συρία) και της Αφρικής.

Ο κ. Παπαπολυβίου επικεντρώνεται στην περίπτωση των προσφύγων από τη Χίο, αλλά όπως γράφει – και έχει δίκιο – όλα τα νησιά του Αιγαίου που ήταν κοντά στην Τουρκία, είχαν αντίστοιχες εξελίξεις. Άλλωστε ο γράφων ποτέ δεν έκρυψε (δείτε ΕΔΩ τη σχετική ανάρτηση στο ert.gr) ότι προέρχεται από μία τέτοια προσφυγική οικογένεια και  γι αυτό αξιολογήθηκε ως σημαντική η εργασία του κ. Παπαπολυβίου.

Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του ξεπουλήματος περιουσιών από τους Χιώτες, όπως έκαναν στην τρέχουσα περίοδο οι πρόσφυγες από τη Συρία, για να εξασφαλίσουν το μπάρκο της προσφυγιάς, αλλά επίσης και την υποδοχή που είχαν οι Χιώτες από τους Κύπριους, που σήμερα μας θυμίζουν τις γνωστές στο πανελλήνιο, «γιαγιάδες της Λέσβου».  Με το σχόλιο ότι στην Κύπρο υπάρχουν πιο πολλά στοιχεία για το θέμα αυτό, απ” ότι στην Ελλάδα, μεταφέρουμε την εργασία του Κύπριου πανεπιστημιακού.

Για την επιλογή και τη μεταφορά του θέματος: Νάσος Μπράτσος

 

Π. Παπαπολυβίου

Ποιός είναι ο συγγραφέας – ερευνητής

Ο Πέτρος Παπαπολυβίου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1960 και μέχρι την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, κατοικούσε στη Λάπηθο της επαρχίας Κερύνειας.

Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διδάκτωρ φιλοσοφίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της ίδιας σχολής. Διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου από το 2002, όπου σήμερα είναι αναπληρωτής καθηγητής σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα και το συγγραφικό του έργο επικεντρώνονται κυρίως στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στην πολιτική ιστορία της Κύπρου 1878-1960.

 

Χιώτες πρόσφυγες στην Κύπρο
Πέτρος Παπαπολυβίου

Την περασμένη βδομάδα απεβίωσε στη Λεμεσό, η Ευγενία Σ., μητέρα μιας παλιάς μου συμμαθήτριας στη Λάπηθο. Η κυρία Ευγενία ήταν μια από τις Χιώτισσες «προσφυγούλες», που το 1944-1945, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, αντί να επιστρέψουν στη Χίο, παντρεύτηκαν στο νησί μας και εγκαταστάθηκαν μόνιμα εδώ. Το 1974, όπως και οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν βρει δεύτερη πατρίδα στην Κερύνεια, την Αμμόχωστο και τη Μόρφου έμελλε να ζήσουν για δεύτερη φορά την προσφυγιά. Στη μνήμη της κυρίας Ευγενίας, και στην αγαθή εικόνα που μας άφησε, γράφω αυτό το άρθρο, που βασίζεται σε μια παλιότερη ανακοίνωσή μου, με τίτλο «Χιώτες στην Κύπρο. Τα πρώτα πορίσματα μιας έρευνας», στη διημερίδα «Κύπρος – Χίος» που οργανώθηκε στη Λεμεσό στις 26 και 27 Ιουνίου 2008 από τον Δήμο Λεμεσού, τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Χίου και το Παττίχειο Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο & Κέντρο Μελετών.

Μετά την χιτλερική εισβολή στην Ελλάδα, η Χίος, όπως και τα άλλα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου εντάχθηκε στη γερμανική ζώνη κατοχής, στη διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, καθώς, λόγω γειτνίασης με την Τουρκία και της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων είχε ιδιαίτερη σημασία για τους Γερμανούς. Το χειμώνα του 1941-1942 η πείνα έπληξε αδυσώπητη και σκληρή και τη Χίο. Τα λιγοστά αποθέματα τροφίμων εξαντλήθηκαν γρήγορα, ενώ ο πληθωρισμός είχε ευτελίσει τα κατοχικά χαρτονομίσματα, που δεν είχαν καμιά αγοραστική αξία. Μόνη επιλογή για τους κατοίκους της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας, ήταν η έξοδος. Δειλά – δειλά στην αρχή και ολόκληρες ομάδες στη συνέχεια δεκάδες Χιώτες μετέβαιναν στα απέναντι μικρασιατικά παράλια και ζητούσαν άσυλο από τις τουρκικές αρχές. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα η τουρκική κυβέρνηση ξεκαθάρισε στις βρετανικές και ελληνικές διπλωματικές αρχές ότι δεν ήταν επιθυμητή η παραμονή των Ελλήνων προσφύγων στο τουρκικό έδαφος, για πολλούς λόγους.

Έτσι το συνηθισμένο δρομολόγιο για τους Χιώτες πρόσφυγες ήταν το ακόλουθο: Μετάβαση από τη Χίο με μικρές βάρκες στην Τουρκία, συνήθως κατά τις ασέληνες  νύχτες διασχίζοντας το Στενό της Χίου, και εγκατάλειψη των «λαθρομεταναστών» – για να χρησιμοποιήσουμε ένα σύγχρονο όρο – στα ρηχά, λίγο έξω από τις τουρκικές ακτές, ώστε να μην συλληφθούν οι βαρκάρηδες από την τουρκική αστυνομία. Εννοείται ότι εάν γίνονταν αντιληπτοί από τους Γερμανούς οι πρόσφυγες, οι ποινές ήταν μεγάλες, συνήθως ομηρία στα ναζιστικά στρατόπεδα, με άδηλο τέλος. Οι κοντινότερες ακτές Χίου – Μικράς Ασίας απέχουν από 6 μέχρι 9 ναυτικά μίλια. Για αυτή την απόσταση ο ναύλος ποίκιλλε από 10 μέχρι 35 χιλιάδες δραχμές. Για να εξοικονομηθούν αυτά τα χρήματα οι φτωχότεροι Χιώτες εκποιούσαν μέρος της κινητής τους περιουσίας. Υπολογίζεται ότι φυγαδεύτηκαν από τη Χίο, από το συνολικό πληθυσμό που έφτανε τις 75.000 κατοίκους, γύρω στις 16.000 με 18.000 άνθρωποι, περίπου το ένα πέμπτο του πληθυσμού. Μετά τις πρώτες αποστολές, άνδρες του Ελληνικού Προξενείου της Σμύρνης αναλάμβαναν την περίθαλψη των προσφύγων και την αποστολή τους στην Κύπρο.

Με ειδικά καΐκια που έφευγαν από τον Τσεσμέ, και ελληνικά ή τουρκικά πληρώματα, οι πρόσφυγες στοιβάζονταν σαν εμπορεύματαγια το ταξίδι για την Κύπρο, που διαρκούσε ανάλογα με τη μηχανή, το πλεούμενο και τον καιρό, από τρεις ημέρες μέχρι δύο βδομάδες, χωρίς να αποκλείεται και μια στάση στο Καστελόριζο. Τα λιμάνια προορισμού στην Κύπρο ήταν η Κερύνεια, ο Ξερός, το Καραβοστάσι και η Αμμόχωστος. Οι περισσότερες αποβιβάσεις έγιναν σε διάφορους όρμους στις ακτές της Κερύνειας, στα βόρεια του νησιού. Από εκεί μεταφέρονταν οι πρόσφυγες στο λοιμοκαθαρτήριο, για κλιβανισμό και καραντίνα. Τα καΐκια ταξίδευαν από τον Τσεσμέ παράλληλα με τις τουρκικές ακτές, για να μην κινδυνεύουν από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς.

Όταν ξανοίγονταν στο πέλαγος ο μεγαλύτερος κίνδυνος αποδείχθηκαν οι βομβαρδισμοί από τα αγγλικά αεροπλάνα, που δεν έδειχναν να νοιάζονται για το φορτίο και την εθνικότητα των δυστυχισμένων ταξιδιωτών. Όσοι εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο μπορούν να θεωρηθούν ως πρόσφυγες πρώτης κατηγορίας. Άλλοι Χιώτες οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα Ελλήνων προσφύγων στην Συρία, Παλαιστίνη, αλλά και στην Αφρική: στην Ταγκανίκα, την Αβησσυνία ή στο Βελγικό Κογκό. Οι πρώτες καραβιές προσφύγων ήταν στρατεύσιμοι άνδρες, που μετά τη φιλοξενία λίγων ημερών στην Κύπρο, προωθούνταν στον Ελληνικό στρατό και στο ναυτικό της Μέσης Ανατολής.

Ακολούθησε η έξοδος των γυναικοπαίδων και ολόκληρων οικογενειών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αποικιακής κυβέρνησης, που βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο Κύπρου, από τον Ιούνιο του 1941 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1942 κατέφυγαν στην Κύπρο 9611 πρόσφυγες. Οι 4489 από αυτούς ήταν στρατεύσιμοι, ενώ οι υπόλοιποι 5122 έμειναν στην Κύπρο και ήταν επί το πλείστον γυναικόπαιδα. Μόνο τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 1942, όταν σημειώθηκε εκρηκτική άνοδος στις αφίξεις, έφτασαν στην Κύπρο 6327 Έλληνες πρόσφυγες.

Φωτο: EPA/ORESTIS PANAGIOTOU

Οι πρόσφυγες έγιναν δεκτοί από τους Κυπρίους με αγάπη και συμπόνια, αλλά και ενθουσιασμό. Γράφει ο Παναγιώτης Δ. Καρασούλης στο βιβλίο του «Χίος 1943-1944. Συμμαχική στρατιωτική αποστολή και Εθνική αντίσταση»: «Κατά τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1942 φθάσαμε στα παράλια της Κύπρου πάνω που σταμάτησε η μηχανή του πλοίου και δεν μπορούσαμε να προχωρήσομε. Έκπληκτοι είδαμε σε λίγο ένα ολόκληρο χωριό να έρχεται να μας προϋπαντήσει, γυναίκες, άντρες γέροι και νέοι, με χαρούμενα τραγούδια και βιολιά. Μπροστά – μπροστά κρατούσαν τρία κοφίνια γεμάτα τρόφιμα. Η μηχανή ξαναπήρε μπροστά και ξεκινήσαμε κατά τις 11 το πρωί, ενώ οι Κύπριοι χωρικοί μας ακολουθούσαν κατά μήκος της ακτής για πολλή ώρα παίζοντας τα βιολιά και τραγουδώντας. (…) 5 Μαΐου. και Ξεκινήσαμε για τη Σκουριώτισσα, άλλο στρατόπεδο καραντίνας. Εδώ έχομε περισσότερη ελευθερία κινήσεως. (…) Μερικοί βγήκαμε κρυφά από το συρματόπλεγμα και επισκεφτήκαμε τα χωριά Καλό Χωριό, Κατύδατα, Λινού και Φλάσσια (sic), εύφορα μέρη, με πολλά νερά και δροσιές. Η φιλοξενία των κατοίκων δύσκολα περιγράφεται.»

Και  μια δεύτερη περιγραφή, της Ουρανίας Μιχαληνού, από το βιβλίο του Γεώργιου Καλλίτση «Οι βρακάδες και άλλα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία του Βροντάδου»: «Την ημέρα του Πάσχα που φθάσαμε στην Κύπρο μας υποδέχθηκαν οι Κύπριοι με αγάπη: «Μάνα μου τα πλάσματα» έλεγαν. Συναισθάνονταν τον πόνο μας.Μας πήγαν στο Μαυροβούνι σε μπανιέρες και πλυθήκαμε, αφού προηγουμένως μας έδωσαν πετρέλαιο και βάλαμε στα μαλλιά, για να ψοφίσουν οι ψείρες που πιθανότατα κουβαλούσαμε και έβαλαν τα ρούχα μας στον κλίβανο. (…) Στην Κύπρο, οι συμπολίτες που ξενητευτήκαμε, λέγαμε μεταξύ άλλων και τους στίχους: Ποιος ήθελε να μας το πει εις το Σαράντα δύο, / πώς θα γινούμε πρόσφυγες να φύγομ’ απ’ τη Χίο. / Αφήσαμε τα σπίτια μας και τα αποσκευάς μας / και μες της Κύπρου τα χωριά κλαίμε τα βάσανά μας.

Ένας ηλικιωμένος Κύπριος στιχουργός συμπάσχοντας με τον πόνο μας, τραγουδούσε ένα ποίημα δικής του συνθέσεως: Ω Χίο μου περήφανη γιατ’ είσαι λυπημένη / εφύγασιν τα τέκνα σου και είσαι μαραμένη./ Τα τέκνα σου ευρίσκονται εις το χωρίο Ζύγι / και τον Θεόν παρακαλούν πότε θα γίν’ ειρήνη./ Παρακαλούμεν τον Θεόν, Χριστόν και Παναγίαν, / να πάτε εις τα σπίτια σας με την καλήν υγείαν.»

Οι Ελλαδίτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο κατά το 1942 με 1946 υπολογίζονται σε 6.000 περίπου. Οι περισσότεροι ήταν από τη Χίο και τη Σάμο, ενώ 500 περίπου ήταν Δωδεκανήσιοι, που κατέφυγαν στην Κύπρο ύστερα από την ιταλική κατάρρευση του 1943). Οι μεγαλύτεροι καταυλισμοί των προσφύγων, δημιουργήθηκαν στο Ζύγι, τον Ξερό, το Μαυροβούνι και τη Σκουριώτισσα και στέγαζαν 600 – 1000 πρόσφυγες. Για την περίθαλψη των προσφύγων, εκτός από την αμέριστη  συμπαράσταση των κατοίκων, σημαντική ήταν και η κυβερνητική χορηγία με τη μορφή εβδομαδιαίου οικονομικού βοηθήματος. (Τα χρήματα κατέβαλε μεταπολεμικά η ελληνική κυβέρνηση.) Ο μεταπτυχιακός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Γιώργος Κουτσοδόντης, Χιώτης στην καταγωγή, εντόπισε εδώ και μερικά χρόνια στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στη Χίο, καταλόγους των μαθητών των Δημοτικών σχολείων που φοίτησαν σε κυπριακά Δημοτικά κατά το 1942-1946.

Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, 712 τουλάχιστον μαθητές και μαθήτριες από τη Χίο παρακολούθησαν μαθήματα σε Δημοτικά σχολεία της Κύπρου, στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Από αυτούς οι περισσότεροι φοίτησαν στα δύο Προσφυγικά Σχολεία που δημιουργήθηκαν: Στη Σκουριώτισσα, 231, και στον σχολείο Αγίας Ελένης, στο Ζύγι, 197. Άλλοι 124 Χιώτες μαθητές και μαθήτριες φοίτησαν στο Δημοτικό Σχολείο Ξερού.

Οι υπόλοιποι 160 Χιώτες μαθητές και μαθήτριες μοιράστηκαν σε διάφορες πόλεις και χωριά της Κύπρου: Στην πόλη των Βαρωσίων και σε 9 χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου 48 μαθητές και μαθήτριες, στην επαρχία Κερύνειας 15 (9 στον Καραβά), στην επαρχία Πάφου 19 (οκτώ μαθητές στην Πόλη Χρυσοχούς), σε έξι χωριά της επαρχίας Λευκωσίας 11 συνολικά, στην πόλη της Λάρνακας 3, σε επτά Δημοτικά της Λευκωσίας 46 (14 στον Στρόβολο και 11 στον Άγιο Κασσιανό) και τέλος, στη Λεμεσό 9 μαθητές και οκτώ μαθήτριες φοίτησαν σε έξι διαφορετικά σχολεία της πόλης.

Βιβλιογραφία

Δέσποινα Αθανασοπούλου, «Οι Έλληνες πρόσφυγες που κατέφυγαν το 1941-1944 στην Κύπρο και η τύχη τους», Επιστημονική Επετηρίς της Κυπριακής Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών, τόμος Ζ, Λευκωσία 2005, σσ. 271-298.

Ανώνυμος, «Οι Έλληνες πρόσφυγες στο νησί μας», περ. Κυπριακή Επιθεώρησις, τεύχ. 33 (Ιανουάριος 1945), σσ. 4-5.

Περικλής Αλ. Αργυρόπουλος, Απομνημονεύματα, τόμ. Β, Αθήνα 1971.

Λευτέρης Γιαννίδης, «Η τραγωδία των Ελλήνων προσφύγων», περ. Κυπριακή Επιθεώρησις, τεύχ. 5 (Σεπτέμβριος 1942), σσ. 10-11.

 

Kεντρική φωτο & δελτίο προσφύγων: αρχείο Ν. Μπράτσου

πηγη##ERT.gr

ΑΝΑΠΟΔΑ