Λογιες Θεσεις

Φεβ. 14, 2021

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

Καθόλη την διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας η Ορθόδοξη Εκκλησία, κληρονόμος της ανελεύθερης ιδεολογίας και της αυταρχικής πρακτικής του Βυζαντίου, έχοντας την υψηλή και σταθερή υποστήριξη του Σουλτάνου, άσκησε την αδιαμφισβήτητη εξουσία της με πυγμή και αυστηρότητα μη επιτρέποντας ουδεμία αμφισβήτηση και παρέκκλιση από την επίσημη ερμηνεία του χριστιανικού μοναδικού δόγματος, της αποκεκαλυμμένης θρησκευτικής αλήθειας. Άσκησε την ανεξέλεγκτη εξουσία της χωρίς διάλογο και χωρίς οίκτο εναντίον των ιερωμένων και λογίων που διαφοροποιούνταν από τα επίσημα δόγματα, κυρίως εναντίον του ρεύματος του Διαφωτισμού που είχε αρχίσει να αναδύεται από τον 18ο και διήρκεσε έως τις αρχές του 19ου αι. Η εκκλησιαστική εξουσία όχι μόνο δεν επέτρεπε ουδεμία διαφοροποίηση από τα επίσημα θεολογικά δόγματα, αλλά τιμωρούσε, αναθεμάτιζε, στιγμάτιζε, απαξίωνε, απομόνωνε κάθε εκφραστή διαφορετικών απόψεων. 

Οι Διαφωτιστές από την πλευρά τους προσπαθούσαν με τα δικά τους πενιχρά μέσα να διαφωτίσουν και να διαπαιδαγωγήσουν τους υπόδουλους, να διδάξουν βασικές γνώσεις, Μαθηματικά, Φυσική, Χημεία, Αστρονομία, αλλά και έννοιες φιλοσοφικές, πολιτικές, λογικές καθώς και κείμενα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Εισήγαγαν ιδέες άγνωστες, αποσιωπούμενες ή διωκόμενες στον ελληνόφωνο χώρο, διέδιδαν το πνεύμα του Αγγλικού και Γαλλικού Διαφωτισμού εκφραζόμενο από μεγάλες μορφές όπως του Λοκ, του Χομπς, του Ντεκάρτ, του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ρουσώ ή από την Εγκυκλοπαίδεια, καθώς τις επιστημονικές απόψεις του Γαλιλαίου και του Κοπέρνικου. Προσπαθούσαν  να εισαγάγουν τον ορθό λόγο και την γνώση μέσα σε έναν κόσμο που κυριαρχούσαν η άγνοια, η απαιδευσία, η μεταφυσική, οι θρησκοληψίες, οι προκαταλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, τα θεολογικά δόγματα, οι μυστικισμοί, η τυφλή πίστη, η μοιρολατρία, η υποταγή. Η έκφραση και το προπύργιο όλων αυτών των αρνητικών ήταν η επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία με έδρα το πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη. 

Σε αντίθεση με την Εκκλησία και μέσα στο πνεύμα του Διαφωτισμού δημοσιεύθηκαν αρκετά ριζοσπαστικά βιβλία ανωνύμων συγγραφέων, όπως ο Ανώνυμος του 1789, Ελληνική Νομαρχία (1806), Ρωσαγγλογάλλος (1805), Κρίτωνος Στοχασμοί (1819),  το Υπόμνημα του Κοραή και άλλα λιγότερο γνωστά. Εκδόθηκαν επίσης αρκετά περιοδικά και εφημερίδες στις παροικίες, έγιναν μεταφράσεις ξενόγλωσσων βιβλίων, ανανεώθηκαν τα σχολεία με νέες παιδαγωγικές μεθόδους και εξαιρετικούς δασκάλους. Δημιουργήθηκε μία σημαντική δυναμική για διάδοση νέων ιδεών, για μετάδοση παιδείας και δημιουργία πολιτικής συνείδησης με σκοπό την έναρξη του αγώνα κατά της τυραννίας.

Έτσι ο Διαφωτισμός προετοίμασε την Επανάσταση και δεν θα ήταν δυνατός εάν δεν διακρινόταν από την ανάδυση ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου με χαρακτηριστικά ενός μαχόμενου υποκειμένου, δηλαδή «ενός υποκειμένου που μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία επιλέγει τους φίλους και τους εχθρούς του στο μέτωπο των ιδεών, που επιδιώκει μια ρήξη ή την αποφεύγει, που συμμαχεί, αψιμαχεί ή αντιμάχεται, που ελίσσεται και υποχωρεί ή συσπειρώνει τις δυνάμεις του και αναζητεί το ευαίσθητο σημείο του αντιπάλου για να χτυπήσει». 

Οι νέες φιλοσοφικές ιδέες του Διαφωτισμού σήμαιναν αμφισβήτηση της θρησκευτικής μεταφυσικής, έδιναν στα εγκόσμια την προτεραιότητα που προηγουμένως κατείχε το θείον στο χριστιανικό δόγμα. Κατ’ ανάγκη λοιπόν οι νέες ιδέες έρχονταν σε αντίθεση με τα δόγματα και τις παγιωμένες συντηρητικές απόψεις της Εκκλησίας, η οποία αισθανόταν ότι απειλείται και έτσι στράφηκε εναντίον τους. Οι θέσεις και οι στόχοι της Εκκλησίας, όπως επίσης των στενών συνεργατών και στελεχών της, των Φαναριωτών, ήταν σαφείς: η πιστή υπακοή των ελληνόφωνων στο χριστιανικά δόγματα του εκκλησιαστικού ιερατείου, η αντιδυτική προπαγάνδα στρεφόμενη κατά του Διαφωτισμού και των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην Ευρώπη και την Β. Αμερική, καθώς επίσης η συμμόρφωση και η υποταγή των ραγιάδων στην οθωμανική εξουσία, η οποία παρουσιαζόταν ως αναντικατάστατη, αιώνια και προερχόμενη από την θεία θέληση.

Πολλές είναι οι μαρτυρίες για τους τρεις αυτούς στόχους του Πατριαρχείου, επίσημες και ανεπίσημες, σε πατριαρχικές εγκυκλίους, σε κηρύγματα και φυλλάδια. Θα παραθέσω κάποιες, στις οποίες διαφαίνεται το γενικό πνεύμα της επίσημης Εκκλησίας, των ιερωμένων και των μοναχών. Η πρώτη είναι από τον Αναστάσιο Γόρδιο (1654-1729), ιεροκήρυκα. Στο κείμενό του Περί Μωάμεθ και κατά Λατίνων,  που ήταν δημοφιλές ως το τέλος του 19ου αι., αναλύει την «Αποκάλυψη» του Ιωάννη, θεωρώντας ως μορφές του Αντίχριστου τον Μωάμεθ και τον Πάπα! Ο δεύτερος εκπροσωπεί σοβαρότερη απειλή για τους υπόδουλους ορθοδόξους από τον πρώτο, διότι αιχμαλωτίζει τις ψυχές, ενώ ο Μωάμεθ μόνο τα σώματα! Επί πλέον ο Ύψιστος θα φέρει την «συντέλεια» και θα σταματήσει με θαύμα τον «διωγμό» της Εκκλησίας. 

Η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται από τον ορθόδοξο μοναχό Κοσμά τον Αιτωλό (1714-1779). Ο Κοσμάς εκφράζει οπισθοδρομικές θέσεις για την εκπαίδευση των νέων, αντιδρά στην ονοματοδοσία των νεογέννητων με ελληνικά ονόματα και αντιτίθεται στη χρήση του όρου «Έλληνες». Διδάσκει τους υπόδουλους «Δεν είστενε Έλληνες, δεν είστενε ασεβείς, αιρετικοί, άθεοι, αλλ’ είστενε ευσεβείς ορθόδοξοι χριστιανοί»!  Διδάσκει επίσης ότι «Τριακόσιους χρόνους μετά την ανάστασιν του Χριστού μας έστειλε ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον Χριστιανικό. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους Χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε δια το εδικό μας καλόν και το έχει ο Τούρκος για 320 χρόνους. Και διατί έφερε ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερε άλλο γένος; Δια το εδικόν μας το συμφέρον, διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπταν την πίστιν»! 

Η τρίτη ανήκει σε έναν χαρακτηριστικό αντιπρόσωπο του αντιδια φωτιστικού ρεύματος, τον χριστιανό μοναχό Αθανάσιο Πάριο (1722-1813) συνεργάτη του Πατριαρχείου. Αυτός διακρίνεται από έναν ολοκληρωτισμό στις απόψεις και στην συμπεριφορά, υποστηρικτής της ησυχαστικής κίνησης  και του βυζαντινισμού, με επιθέσεις ανώνυμες ή ψευδώνυμες και λιβελλογραφήματα κατά της Γαλλικής Επανάστασης, κατά των Ευρωπαίων και Ελλήνων Διαφωτιστών. Υποστηρικτής της εθελοδουλίας και εναντίον της ελληνικής επανάστασης, καταδίωξε τους υποστηρικτές του κοπερνίκειου μοντέλου στον ελλαδικό χώρο και επέκρινε την, κατά τη γνώμη του, επικίνδυνη εφεύρεση του αεροστάτου! Σε έργο του γράφει: «Φεύγετε όσον δύνασθε την Ευρώπη, και ακόμα και εκείνους οπού έρχονται από την Ευρώπη…Και δια τούτο λέγω, και παραγγέλω, με όλην την αδελφικήν αγάπην, μη δίδετε καμμίαν προσοχή εις τα φαρμακερά και θανατηφόρα στόματα τούτων των Αντιχρίστων…Ο Χριστός μας προστάζει λέγοντας, απόδοτε τα του καίσαρος καίσαρι, και αυτοί, και με λόγους και με βιβλία, αρματώνουν την δεξιάν των υπηκόων να φονεύσουν τους καίσαρας». 

Τέλος, κάποια παραδείγματα από το Πατριαρχείο. Το 1776 ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Σωφρόνιος Β’ καταδίκασε ως άθεο τον μεγάλο Βολταίρο, επειδή υποστήριζε τον ορθό λόγο. Άλλο παράδειγμα από τα  Επτάνησα. Στο διάστημα 1797-1799 που αυτά βρίσκονταν υπό την κατοχή των Γάλλων, οι οποίοι είχαν εκτοπίσει τους Βενετσιάνους, είχαν γίνει κέντρο των νέων ιδεών, ιδίως η Κέρκυρα. Εκεί διατυπώθηκε το σύνθημα «Δημοκρατία ή Θάνατος» που θα γίνει αργότερα στον ηπειρωτικό χώρο «Ελευθερία ή Θάνατος». Εκεί διαμορφώθηκε και το αίτημα για παιδεία και αγωγή του πολίτη, παρόμοια με το πρόγραμμα του Ρήγα. Όμως η Ορθόδοξη Εκκλησία ένοιωσε ότι απειλείται και έγινε η ιδεολογική ασπίδα του παλιού κόσμου. Έτσι εξέδωσε Εγκύκλιο που καταδίκαζε το επαναστατικό κίνημα και τις ριζοσπαστικές ιδέες γινόμενη έτσι θερμός προπομπός του τουρκικού και του ρωσικού στόλου που κατέπλεαν στην Κέρκυρα για να σβήσουν την αναπτυσσόμενη εξέγερση. Επίσης το 1798 το Πατριαρχείο εξέδωσε την Διδασκαλία Πατρική,στην οποία, μεταξύ άλλων, έγραφε χαρακτηριστικά: «Ο διάβολος δια να απωλέσει τους εκλεκτούς πιστούς εμεθοδεύθη εις τον τρέχοντα αιώνα μίαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, δηλαδή το νύν θρυλούμενον σύστημα της ελευθερίας»!

Αργότερα, το 1805 ο πατριάρχης Καλλίνικος Ε’, αφόρισε τους Κλέφτες, επισφραγίζοντας έτσι την δίωξή τους που είχε ξεκινήσει το 1801, ταυτιζόμενος με τις επιδιώξεις του Σουλτάνου και των κοτζαμπάσηδων που οδήγησαν στην εξόντωση των κλεφτών. Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, από την πλευρά του, σε ένα σκοταδιστικό παραλήρημα εναντίον της διδασκαλίας των μαθηματικών και της φυσικής έγραφε: «Τις ωφέλεια να μανθάνωσιν οι νέοι αριθμούς και αλγέβρας και κύβους και κυβοκύβους και τρίγωνα και τριγωνοτετράγωνα και λογαρίθμους και συμβολικούς λογισμούς και τας προβαλλομένας ελλείψεις και άτομα και κενά και δίνας και δυνάμεις και έλξεις και βαρύτητα και φωτός ιδιώματα και βόρεια σέλα και οπτικά τινά και ακουστικά και μύρια τοιαύτα και άλλα τερατώδη;». Επίσης στην Χριστιανική Απολογία (1798), καταφερόμενος κατά της Γαλλικής Επανάστασης διατυπώνει τιςδιαστροφικές φαντασιώσεις του: «Οι άθεοι Γάλλοι μητρογαμούσι και θυγατρογαμούσι και αδελφογαμούσιν ανυποστόλως και αδεώς οι σοφώτατοι»! Επίσης  ο Γρηγόριος καταδικάζει και αφορίζει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη που ξεκίνησε την Επανάσταση στο Ιάσιο στις 24 Φεβρουαρίου1821! 

Το 1819 ο μητροπολίτης Σμύρνης Άνθιμος ξεσήκωσε τον όχλο που διέλυσε το προοδευτικό «Φιλολογικό Γυμνάσιο Σμύρνης», προκαλώντας τον βίαιο διασκορπισμό των μαθητών του και την καταστροφή ενός μέρους της περιουσίας του, ενώ το 1820 η Εκκλησία έκαψε δημοσίως στην Κωνσταντινούπολη το φυλλάδιο με διαφωτιστικό περιεχόμενο Κρίτωνος Στοχασμοί που είχε κυκλοφορήσει το 1819 και καυτηρίαζε την διαφθορά και την σπάταλη επίδειξη της Εκκλησίας.

Το πιο απαράδεκτο γεγονός που δείχνει όλη την ραγιάδικη διαστροφή της Εκκλησίας είναι το ότι το 1828, ενώ πια ο Καποδίστριας έχει φθάσει στην Ελλάδα και έχουν αρχίσει οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης χώρας, ο πατριάρχης Αγαθάγγελος Α’ απευθύνει στον καθημαγμένο λαό μήνυμα και του ζητάει, μετά από τόσες μάχες, τόσους νεκρούς, τόσο αίμα, να σταματήσει να δείχνει αχαριστία και μέσα σε τρεις μήνες να υποταχθεί ξανά στον Σουλτάνο, ο οποίος μεγαλοθύμως θα τον συγχωρήσει! 

Είναι εμφανές πως στις μαρτυρίες αυτές κηρύσσεται η αμάθεια, η αντίσταση σε νέες παιδαγωγικές διδασκαλίες και σε νέα μαθήματα, η μισαλλοδοξία, η άλογη πίστη,  η εθελοδουλία στον Οθωμανό κατακτητή ως βούληση του Θεού, η εναντίωση σε κάθε ιδέα εξέγερσης και ελευθερίας. Όταν λοιπόν εμφανίσθηκαν άλλες ιδέες αντίθετες με τα επίσημα δόγματα της υποταγής και της εθελοδουλίας, ιδέες της επανάστασης, της ελευθερίας, για την ανατροπή της τυραννίας και εγκαθίδρυση άλλης φιλελεύθερης πολιτείας στηριγμένης σε νόμους και στην λαϊκή βούληση, καθώς επίσης νεωτερικές αντιλήψεις για την εκπαίδευση των νέων και για νέα μαθήματα, η επίσημη Εκκλησία αντέδρασε με όλους τους τρόπους για να τις αναχαιτίσει και να εξουδετερώσει τους φορείς τους με διώξεις κάθε είδους. Όπως παρατηρεί ο Φίλιππος Ηλιού, «Η Εκκλησία δείχνει αποφασισμένη να αναχαιτίσει με κάθε τρόπο την εξάπλωση του φιλοσοφικού κινήματος, να υποτάξει ή να εξουδετερώσει τα σχολεία και τους λόγιους του Διαφωτισμού». 

Όλοι σχεδόν οι κύριοι εκπρόσωποι του νεοελληνικού Διαφωτισμού υπέστησαν επιθέσεις και διώξεις από την επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία και τους φορείς της. Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση με το πνεύμα του Διαφωτισμού εκδηλώθηκε στη δίωξη του Μεθόδιου Ανθρακίτη (1660-1736). Ο Μεθόδιος, επηρεασμένος από την δυτική φιλοσοφία του Malebranche και του Descartes, δίδαξε μαθηματικά και φυσική, τον ορθολογισμό και τους αρχαίους στην κοινή γλώσσα απαλλαγμένη από αρχαϊσμούς και τυπολατρίες. Το Πατριαρχείο καταδίκασε την διδασκαλία του το 1721 και το 1723 επικύρωσε την καταδίκη που προέβλεπε την καθαίρεσή του από το ιερατικό αξίωμα, την απαγόρευση να διδάσκει και τον αναθεματισμό του έργου του, το οποίο παραδόθηκε στην πυρά. Η Εκκλησία ήταν σκληρή και αμείλικτη.

Ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ (1725-1800) σπούδασε στην Βενετία και στην Πάδοβα. Το 1777 αναγκάσθηκε σε παραίτηση από την διεύθυνση της Σχολής στο Ιάσιο. Υπεύθυνοι οι συντηρητικοί της Εκκλησίας που τον διώκουν, τον υβρίζουν, τον απαξιώνουν  και τον στιγματίζουν, οπότε για να αμυνθεί γράφει την Απολογία του (1780), με την οποία αντεπιτίθεται στους εχθρούς του. 

Σημαντική μορφή διαφωτιστή ήταν ο Χριστόδουλος Παμπλέκης εξ Ακαρνανίας (1733-1793). Με το έργο του Αληθής πολιτική (1781) εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια της πολιτικής στο νεοελληνικό λεξιλόγιο και στην συζήτηση, με την φιλελεύθερη έννοια που διαμορφωνόταν τότε στην Ευρώπη. Ο Παμπλέκης είχε δημοσιεύσει επίσης το Περί θεοκρατίας στο οποίο κατακεραύνωνε την αρνητική στάση της Εκκλησίας απέναντι στον Διαφωτισμό, καθώς επίσης τις καταχρήσεις και υπερβολές του κλήρου. Στα 1793 η Ορθόδοξη Εκκλησία με εγκύκλιο που υπέγραφε ο πατριάρχης Νεόφυτος καταδίκασε και αφόρισε τις απόψεις του. Στην εγκύκλιο αναφερόταν ότι έπρεπε να εξαφανισθούν τα δημοσιευθέντα έργα του. 

Ο Ρήγας (1757-1798) ήταν ο πιο πιστός μαθητήςτου Μοισιόδακα και είχε πλούσιο συγγραφικό, μεταφραστικό, πολιτικό, ποιητικό έργο με σκοπό τον διαφωτισμό των υποδούλων. Οραματιζόταν μία πολιτεία φιλελεύθερη και δημοκρατική στην οποία πολίτες θα ήταν όλοι όσοι ήταν εναντίον της τυραννίας και αγωνίζονταν για την ελευθερία. Δεν έθετε απαίτηση εθνικής, γλωσσικής και θρησκευτικής ομοιομορφίας. Αντιθέτως,  δεχόταν την αρχή της οικουμενικότητας: όλες οι εθνότητες, όλες οι γλώσσες και οι θρησκείες ήταν δεκτές - Ρωμιοί, Βούλγαροι, Αλβανοί, Αρμένηδες, Τούρκοι! Έχουμε δηλαδή ταύτιση «λαού» και «έθνους», όχι την επιδίωξη ενός εθνικού κράτους αμιγώς ελληνικού. Ήταν ίσως η πιο προωθημένη  πολιτειακή και συνταγματική σύλληψη του νεοελληνικού Διαφωτισμού στηριζόμενη στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, χρησιμοποιώντας για πρώτη ίσως φορά τον όρο και την έννοια της δημοκρατίας. Το 1798 στραγγαλίσθηκε από τους Τούρκους, ενώ την 1η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε’ απαγόρευσε με εγκύκλιο το έργο του Ρήγα Νέα Πολιτική Διοίκησις και διέταξε να κατασχεθούν και να σταλούν στο πατριαρχείο όλα τα αντίτυπα! 

Ο Βενιαμίν Λέσβιος (1762-1824) σπούδασε στην Πίζα και στο Παρίσι μαθηματικά, φυσικές επιστήμες και φιλοσοφία και ήταν υπέρμαχος της διδασκαλίας τους. Έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας, έλαβε μέρος στην Επανάσταση, αναδείχθηκε μέλος του Βουλευτικού στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και στην Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους εξελέγη μέλος στην επιτροπή για την σύνταξη νομοθεσίας. Φορέας των ριζοσπαστικών ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης έπεσε στη δυσμένεια της Εκκλησίας και καταδικάσθηκε από την Πατριαρχική Σύνοδο το 1803 επειδή, μεταξύ άλλων, δίδασκε το κοπερνίκειο κοσμοείδωλο.

Ο Αθανάσιος Ψαλίδας (1767-1829) από τα Γιάννενα, δάσκαλος και μαχητής του Διαφωτισμού, σφοδρός πολέμιος του σχολαστικισμού και της τυπολατρίας, υπέρμαχος των θετικών επιστημών κατηγορήθηκε ως άθεος και υπέστη σκληρό διωγμό. Πέθανε εξόριστος και αγνοημένος στην Κέρκυρα.

Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) υπήρξε η πληθωρικότερη μορφή του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Αν και σπούδασε ιατρική  στο Μονπελιέ, όταν πήγε στο Παρίσι το 1788 σπούδασε φιλολογία και ασχολήθηκε με την μελέτη, την έκδοση και τον σχολιασμό των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Εξέδωσε για πρώτη φορά στην νεοελληνική ιστορία είκοσι τόμους αρχαίων συγγραφέων. Ο Κοραής, στην σκοταδιστική επίθεση του Πατριαρχείου, απάντησε με το έργο Αδελφική Διδασκαλία, στην οποία είναι καταπέλτης: «Ο συγγραφεύς της Πατρικής Διδασκαλίας είναι εχθρός του γένους των Γραικών…φίλος πιστός των Οθωμανών και πάντων των παρελθόντων και παρόντων και μελλόντων τυράννων του ανθρωπίνου γένους».Η Πατριαρχική Σύνοδος  υπό την προεδρία του Γρηγορίου Ε’ τον Μάρτιο του 1821 καταδίκασε επισήμως τα «φιλοσοφικά μαθήματα» και τους υποστηρικτές τους τον Αδαμάντιο Κοραή, τον Βενιαμίν Λέσβιο, και τον Κωνσταντίνο Κούμα. 

Το 1818 ο Νεόφυτος Δούκας έγινε στόχος επιθέσεων συντηρητικών χριστιανών και το έργο του Αισχίνου διάλογοι καταδικάσθηκε από το Πατριαρχείο, ενώ το 1835 ο πιο διακεκριμένος εκπρόσωπος της ώριμης γενιάς του Διαφωτισμού Γρηγόριος Κωνσταντάς απολύθηκε από την θέση του διευθυντή του Ορφανοτροφείου της Αίγινας αποσύρθηκε στο χωριό του Μηλιές (υπό οθωμανικό ζυγό) όπου πέθανε λησμονημένος το 1844.  

Η τελευταία πράξη του δράματος παίχθηκε με τις διώξεις της Εκκλησίας κατά του Θεόφιλου Καΐρη (1784-1853). Φίλος του Κοραή, μαθητής του Βενιαμίν Λέσβιου, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο Καΐρης έλαβε μέρος στην Επανάσταση και τραυματίσθηκε άσχημα στο πόδι και δεν θεραπεύθηκε ποτέ. Βουλευτής στην Α’ Εθνοσυνέλευση, ήταν αυτός που προσφώνησε τον Καποδίστρια όταν αποβιβάσθηκε στην Αίγινα. Με δικές του προσπάθειες οργάνωσε Ορφανοτροφείο για τα πολλά ορφανά που άφησε η Επανάσταση. Αρνήθηκε το μεγαλύτερο παράσημο από τον Όθωνα και την θέση στο νεοϊδρυθέν πανεπιστήμιο. Όμως η επίσημη Εκκλησία, με το πατριαρχείο σύμμαχό της, τον κατηγόρησε το 1839 για κάποιες θρησκευτικές ιδέες του, και του ζήτησε ομολογία πίστεως, όμως ο Καΐρης αρνήθηκε και η Εκκλησία έκλεισε το Ορφανοτροφείο του. Με διαταγή της κυβέρνησης ο αρχηγός του στόλου Κ. Κανάρης με άγημα 80 ναυτών πήγε στην Άνδρο, τον συνέλαβε και τον οδήγησε ενώπιον της εκκλησιαστικής Συνόδου η οποία τον κάλεσε να μετανοήσει, αλλά αυτός πάλι αρνήθηκε. Τον έκλεισαν τότε σε υγρό κελί στη Σκιάθο σε αυστηρή απομόνωση – εκτελεστής πάλι ο Κ. Κανάρης. Τέλος, ο Καΐρης δικάσθηκε το 1852 κεκλεισμένων των θυρών με βάση καταθέσεις ψευδομαρτύρων σε δύο χρόνια φυλακή και τον έκλεισαν στην φυλακή της Σύρου, στην οποία και πέθανε το 1853. Οι αρχές δεν επέτρεψαν να ενταφιασθεί στο νεκροταφείο, αλλά στο λοιμοκαθαρτήριο και μετά από λίγες ημέρες κάποιοι άνοιξαν τον τάφο του και τον έκαψαν με ασβέστη!  Εκκλησία, Κράτος και Δικαστική εξουσία εν αγαστή συνεργασία τον δολοφόνησαν. Λεπτομέρεια: στο τότε Σύνταγμα υπήρχε άρθρο «Περί ελευθερίας της συνειδήσεως»!   

Η περίπτωση του Θεόφιλου Καΐρη φανερώνει μία θλιβερή αλήθεια: η Εκκλησία, η οποία ήταν πολέμια του Διαφωτισμού, που ήταν αντίθετη στην Επανάσταση, που δεν αγωνίσθηκε κατά των Οθωμανών, κυνήγησε και οδήγησε τον αγωνιστή με τα ανεπούλωτα τραύματα στο κορμί του, τον Διαφωτιστή, τον δάσκαλο, τον ελεύθερο Καΐρη στον θάνατο, επειδή είχε διαφορετικές θρησκευτικές απόψεις! Η περίπτωση του Καΐρη δηλώνει επί πλέον την άσχημη πορεία για το μετεπαναστατικό ανελεύθερο κρατίδιο,  υποταγμένο στην συντηρητική Εκκλησία, καθώς επίσης στους Φαναριώτες και τους κοτζαμπάσηδες που εξελίχθηκαν σε κομματάρχες και πολιτικάντηδες, υπό την αιγίδα της απόλυτης μοναρχικής διακυβέρνησης. Ο Κοραής άλλη μια φορά υπήρξε διορατικός όταν διατύπωσε την γνώμη ότι η Ελλάς απελευθερώθηκε από τον Οθωμανό τύραννο για να υποδουλωθεί στον χριστιανό τύραννο. 

Είναι εμφανές από την σύντομη αυτή επισκόπηση ότι, αντίθετα με τους μύθους που κυκλοφορούν, η Εκκλησία ως θεσμός εξουσίας και ιδεολογίας ήταν απηνής πολέμιος των νέων ιδεών, διώκτης της επιστήμης και του Διαφωτισμού, εχθρός της νέας εκπαιδευτικής αντίληψης και αντίθετη μέχρι το τέλος προς την επανάσταση των ραγιάδων. Σε αυτήν την θανάσιμη εχθρότητα του Πατριαρχείου προς κάθε τι το νέο και διαφορετικό που κόμιζε ο Διαφωτισμός και κατέληξε με την επικράτηση της Εκκλησίας,  βρίσκονται οι ρίζες και οι καταβολές οτιδήποτε αρνητικού παρατηρήθηκε στο νεότευκτο κρατίδιο. Το κίνημα του Διαφωτισμού, αποδυναμωμένο από τις επιθέσεις και τις διώξεις της Εκκλησίας, δεν μπόρεσε να δημιουργήσει νέες αντιλήψεις που να επηρεάσουν σημαντικούς τομείς  για μία σύγχρονη φιλελεύθερη πολιτεία και κοινωνία, όπως έκαναν οι άλλες δυτικές χώρες. Η ισχυρή επίδραση του εκκλησιαστικού βυζαντινισμού παρέμεινε ακόμη και σήμερα και αποτελεί ισχυρό παράγοντα στασιμότητας, σκοταδισμού και νοσηρότητας στον δημόσιο βίο, στην εκπαίδευση, στην δημόσια υγεία και σε άλλους ζωτικούς τομείς.  

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα  Documento, 7 Φεβρουαρίου 2021]

ΑΝΑΠΟΔΑ

Φεβ. 21, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

 

Από τη δεκαετία του 1990 σε ένα τμήμα της κοινωνίας παρατηρείται άνοδος του εθνικισμού, της θρησκευτικής ρητορείας και του αντιδυτικισμού. Οι συνθήκες που επέτρεψαν αυτά τα φαινόμενα ήταν κατ’ αρχάς η αποτυχία του ελληνικού πολιτικού συστήματος και η διαφθορά του που φάνηκε ήδη το 1989 (σκάνδαλο Κοσκωτά, δίκη Α. Παπανδρέου). Μετά  ο φανατισμός με το «μακεδονικό» ζήτημα εναντίον της γείτονος χώρας και της σύνθετης ονομασίας της με το όνομα «Μακεδονία». Στη συνέχεια η υστερία υπέρ των Σέρβων ορθοδόξων χριστιανών και σφαγιαστών των Βαλκανίων (Μιλόσεβιτς, Μλάντιτς, Κάρατζις). Επίσης, οι κινητοποιήσεις υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Τέλος, οι επιθέσεις και τα υβρεολόγια κατά του Βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Σε αυτές τις εκδηλώσεις εθνικιστικής υστερίας πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε η Χριστιανική Εκκλησία και οι νεοορθόδοξοι θεολογίζοντες.

Εξέχουσα θέση στους τελευταίους κατέχει ο θεολόγος αρθρογράφος πρωινής εφημερίδας Χρήστος Γιανναράς. Από τη δεκαετία 1980 στρέφεται εναντίον του Δυτικού πολιτισμού και του Διαφωτισμού και σπέρνει εθνικιστικές και θρησκευτικές ιδέες, με κορύφωση την υποστήριξη του θεοκρατικού και μοναρχικού Βυζαντίου ως υπόδειγμα τρόπου ζωής! Κατά καιρούς έχει υποστηρίξει αμφιλεγόμενα πρόσωπα όπως τον Κωνσταντίνο Καραμανλή Α’, τον Βγενόπουλο, τον Πάγκαλο, την Γαρυφαλιά Κανέλλη, τον Χριστόδουλο, τον Πούτιν. Έχει επίσης προτείνει την καταστρατήγηση του Συντάγματος με σχηματισμό εξωκοινοβουλευτικής κυβέρνησης  από ανώτατους αξιωματούχους του Στρατού, της δικαστικής εξουσίας και της οικονομίας, για να «σωθεί η χώρα».

Τις τελευταίες δεκαετίες ο Γιανναράς επιδίδεται σε παραληρήματα εναντίον κάθε διαφορετικής άποψης. Καταφέρεται κατά πάντων σαν να είναι ο αδιαμφισβήτητος εκφραστής της αλήθειας, του σωστού και της ηθικής. Τα κείμενά του είναι λίβελλοι και πολεμικές, χωρίς επιχειρήματα, αλλά με συναισθηματισμούς, αμετροεπή επιθετικότητα, με ανεπίτρεπτη λεκτική βιαιότητα και ύβρεις. Διασπείρουν μισαλλοδοξία, πόλωση και εμφυλιοπολεμικό μένος.

Τελευταίο δείγμα είναι πρόσφατο άρθρο του σε πρωινή εφημερίδα με αφορμή την ψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την Βουλή, το οποίο από την αρχή μέχρι το τέλος περιέχει μόνο ψεύδη και ύβρεις. Σε αυτό τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο τον Κολοκοτρώνη, τον Λεωνίδα και τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά! Πιστεύει ότι σήμερα ζούμε σε «συλλογική συμφορά» και χαρακτηρίζει τους υποστηρικτές της Συμφωνίας στα ΜΜΕ «παραχαράκτες», διότι κατασκευάζουν «εντυπώσεις», και όσους τους πιστεύουν ότι είναι «ευνουχισμένοι από τη σχολική παιδεία», και μεταβολίζουν «άσκεπτα, άκριτα και παθητικά τις τηλεοπτικές εντυπώσεις».

Οι πολιτικοί αντιμετωπίζονται ως «συμπτώματα αρρώστιας μολυσματικής, σωστής λοιμικής», κατηγορούνται ότι «παρα-φρονούν: αρρωσταίνουν βαρειά». Οι «ριζοσπαστικοί» αριστεροί αποκαλούνται «χαμερπείς λακέδες των Αγορών και του ΝΑΤΟ», «ξεπουλάνε με άθλια τεχνάσματα πατρώα γη και προγονική ιστορία». Ο πρωθυπουργός αποκαλείται «αυτουργός της πρόσφατης ιεροσυλίας (ασέλγειας στην ελληνικότητα της Μακεδονίας)», «επιδεικτικά εξαγορασμένος» και μαζί με τους άλλους  κυβερνώντες είναι άτομα με «αρρωστημένο ψυχισμό». Οι βουλευτές των άλλων κομμάτων που ψήφισαν τις κυβερνητικές επιλογές είναι «νηπιακά μωρόπιστοι, προσήλυτοι στην ιεροσυλία». Οι δε ιστορικοί, που υποστηρίζουν διαφορετικές απόψεις από αυτόν, χαρακτηρίζονται «μισθωμένοι μανδαρίνοι των Αγορών και του ΝΑΤΟ». Όλοι οι πολιτικοί συλλήβδην «συμπληρώνουν το σκηνικό της νεκροπομπής».

Είναι εμφανές ότι πρόκειται για άρθρο γεμάτο ακρότητες, υπερβολές, μακάβριες εικόνες, με χυδαία υβρεολόγια για τους πάντες. Δεν έχει κανένα έλλογο επιχείρημα, παρά μόνο απαξίωση και διχαστικό φανατισμό. Το ύφος και το ήθος του άρθρου θυμίζουν την μεσαιωνική ατμόσφαιρα του μίσους στον Εθνικό Διχασμό του 1916-17 με το «Ανάθεμα» κατά του Ελ. Βενιζέλου και τον «λιθοβολισμό» στο Πεδίο του Άρεως, με κύριο συντελεστή την ορθόδοξη Εκκλησία.

Όμως ο Γιανναράς δηλώνει χριστιανός, υμνεί τη θρησκεία «της αγάπης, της ταπείνωσης και της συγχώρεσης». Πρόκειται προφανώς για υποκρισία, διότι διαδίδει τα αντίθετα: το μίσος κατά των ετεροδόξων και την εξαφάνισή τους, με την έπαρση και την αλαζονεία του κατόχου της μοναδικής και αιώνιας αλήθειας. Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο ρόλος της θρησκείας: επιτρέπει στους πιστούς της να υποστηρίζουν  θεωρητικά ανθρώπινες αξίες και να πράττουν τα ακριβώς αντίθετα. Οι βίαιες και ακραίες απόψεις θα μπορούσαν να αποσοβηθούν εάν υπήρχε έστω ένα ελάχιστο ψήγμα φιλοσοφικής κουλτούρας, με βάση τη νηφαλιότητα, τον διάλογο, τα επιχειρήματα, τον αναστοχασμό και τον σεβασμό του Άλλου. Δυστυχώς αυτά δεν αποκτώνται στα θεολογικά δόγματα και στον εθνικιστικό φανατισμό.

Το άρθρο αυτό συντελεί στον εθνικιστικό επικίνδυνο διαχωρισμό σε «πατριώτες» και «προδότες», σε «υγιείς» και «αρρώστους». Σπέρνει τη μισαλλοδοξία και προτρέπει τους «εθνικόφρονες» και «υγιείς» να εξοντώσουν τους «αρρώστους» και τους «προδότες», δηλ. αυτούς που σκέπτονται διαφορετικά από τον ίδιο. Χαρακτηρίζει τους διαφορετικά σκεπτομένους ή έστω τους αντιπάλους ως εχθρούς. Φυσικά ο  εχθρός, κάθε εχθρός, πρέπει να ηττηθεί, να εξοντωθεί, να καταστραφεί. Στοχοποιεί έτσι πρόσωπα, κόμματα, απόψεις και προτρέπει στην εξαφάνισή τους. Αυτά είναι στοιχεία της φασιστικής ιδεολογίας. Αναρωτιέται κανείς σε τι διαφέρουν τα γραφόμενα του Γιανναρά από τις εμφυλιοπολεμικές κραυγές των χρυσαυγιτών που διαδίδουν την εχθρότητα στην ανοικτή κοινωνία, το μίσος προς την ελευθερία, την ηθική και πολιτική εξαχρείωση. Είναι πλέον εξόφθαλμο ότι ο λόγος του Γιανναρά είναι μία από τις φωλιές στις οποίες εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού, είναι πηγή φασιστικών σημασιών.  

 ΑΝΑΠΟΔΑ

 

Ιαν. 27, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας

οikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΤΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ

ΣΤΟΝ ΚΟΡΝΗΛΙΟ ΚΑΣΤΟΡΙΑΔΗ

                                                                       Εις μνήμην Λευτέρη Καπώνη

                                                                   και Ηρώδη Μπακογιάννη

 

Για το βιβλίο, Γ. Κτενάς-Α. Σχισμένος (επιμ.),

Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη

και η σημασία της για μας σήμερα,

Ευρασία, Αθήνα 2018.

 

Στα είκοσι χρόνια που πέρασαν από τον θάνατο του Κορνήλιου Καστοριάδη παρατηρείται ένα αυξημένο ενδιαφέρον για το έργο του εκφρασμένο σε συνέδρια, βιβλία, αφιερώματα και διδακτορικές διατριβές. Είναι δικαιολογημένο το ενδιαφέρον αυτό για έναν από τους σημαντικότερους στοχαστές του 20ου αιώνα, του οποίου η εμβέλεια και η αξία αναδεικνύονται στον 21ο αιώνα. Ο παρών συλλογικός τόμος συγκεντρώνει είκοσι εισηγήσεις που έγιναν στο διεθνές συνέδριο  το 2017 στο Πάντειο, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από τον θάνατο του Καστοριάδη. Οι εισηγήσεις εξετάζουν αρκετές πλευρές του έργου του (ψυχανάλυση, φιλοσοφία, επιστημολογία, πολιτική), αναδεικνύοντας την επικαιρότητα και τη σημασία του για τη σημερινή εποχή. Αρκετές επίσης εισηγήσεις εξετάζουν την σχέση του με άλλους στοχαστές (Καντ, Μαρξ, Βέμπερ, Λούκατς, Λασκ, Άρεντ, Ρικέρ, Λεφόρ, Μπαντιού, Χάμπερμας), αναδεικνύοντας τις ομοιότητες, τις αποκλίσεις και την ιδιαιτερότητα του καστοριαδικού έργου. Θέτουν και αναλύουν σημαντικά ζητήματα, συνεχίζοντας τη συζήτηση που ξεκίνησε με παρόμοιες προσπάθειες και δημιουργώντας ένα πλαίσιο για περαιτέρω συζήτηση.

Η συζήτηση αυτή είναι ζωτικής σημασίας σήμερα που η ανθρωπότητα βιώνει μία πολλαπλή κρίση και η οποία έχει ιδιαίτερα θλιβερές συνέπειες στην Ελλάδα. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές χρειάζεται προσανατολισμός για έξοδο από την κρίση. Για τον προσανατολισμό αυτόν το έργο του Καστοριάδη εκτός από την φιλοσοφική και θεωρητική του σημασία έχει και μία κύρια πτυχή που μπορεί να βοηθήσει – όχι να καθοδηγήσει όπως ο μαρξισμός. Η πτυχή αυτή είναι η σημασία της πολιτικής πράξεως προς την κατεύθυνση της δημοκρατίας, αφού ο πυρήνας του έργου και της ζωής του Καστοριάδη είναι η ατομική και συλλογική αυτονομία που έχει ως προϋπόθεση και ουσία το καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας. Αυτή όμως δεν μπορεί να ερευνηθεί μόνο θεωρητικά στα πανεπιστημιακά πλαίσια, αλλά είναι κυρίως πολιτική υπόθεση, πολιτικό πρόταγμα. μπορεί να προχωρήσει και να πραγματοποιηθεί μόνο με κοινωνικές και πολιτικές πράξεις, πολιτικές κινήσεις και δράσεις από ομάδες πρωτοβουλίας και διαφωτισμού με σκοπό τη δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος για την αλλαγή του συστήματος. Μόνο έτσι μπορεί να αναδειχθεί η κοινωνική-πολιτική  εικόνα της αυτονομίας. Διαφορετικά κινδυνεύει να χαθεί στον κατατεμαχισμό του έργου του σε πανεπιστημιακές μελέτες, βιβλιογραφικές αναφορές και υποσημειώσεις.

Έτσι το εν λόγω βιβλίο δίνει την ευκαιρία να διευκρινισθούν ορισμένα βασικά ζητήματα. Ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα είναι το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι αναγκαία μία διευκρίνιση, διότι ο όρος «πρόταγμα» χρησιμοποιείται από διάφορες πλευρές με τέτοιο τρόπο που τον αποδυναμώνουν από το ουσιαστικό πολιτικό του νόημα. Στην αντίληψη του Καστοριάδη, το πρόταγμα δεν είναι μόνο η επιθυμία και η θεωρία για την αλλαγή του συστήματος, αλλά και η πολιτική δραστηριότητα η οποία ενσαρκώνει το όραμα αυτό. Το πρόταγμα της αυτονομίας δεν είναι μία φυσική κατάσταση ή εγγεγραμμένο σε κάποιους ιστορικούς νόμους, αλλά πολιτική δημιουργία των ανθρώπων, του κοινωνικού πλήθους. Ο Καστοριάδης διαπιστώνει σε  κάποιες χαρακτηριστικές ιστορικές περιόδους, όπως στην αρχαία Ελλάδα και στους Νέους Χρόνους, μία επιθυμία και δράση για ελευθερία, για δημοκρατία, ισότητα, ανθρώπινα δικαιώματα, για αλλαγή της υπάρχουσας θέσμισης που όντως άλλαξαν τον ρου της ιστορίας με δημιουργία νέων δημοκρατικών θεσμών και σημασιών. Αυτές τις κοινωνικές ριζοσπαστικές ενέργειες ονομάζει ο Καστοριάδης πρόταγμα της αυτονομίας, το οποίο ο ίδιος υιοθετεί.

Υπό αυτήν την άποψη δεν υπήρξε στην ιστορία πρόταγμα του κοινοτισμού ή του κομμουναλισμού, ούτε της απομεγέθυνσης ή των κοινών, που ακούγονται τελευταίως. Υπήρξαν όμως επί μέρους σύγχρονα κοινωνικά εγχειρήματα. Έτσι, κατά τη γνώμη μου, είναι κατάχρηση να χρησιμοποιείται οπουδήποτε, για κάθε άποψη ή εγχείρημα, ο όρος «πρόταγμα», εκεί ακριβώς που θα αρκούσε ο όρος πρόταση ή εγχείρημα - πρόταση του κοινοτισμού, πρόταση της απομεγέθυνσης, των κοινών. Τα εγχειρήματα αυτά πρέπει να υπαχθούν σε ένα συνολικό δημοκρατικό πρόταγμα, αντί να χρησιμοποιούν τη δράση τους ως υποκατάστατο της πολιτικής.

Ένα άλλο σχετικό με το προηγούμενο ζήτημα είναι η τελική και οριστική ρήξη του Καστοριάδη με τον Μαρξ και την Αριστερά ήδη από τη δεκαετία 1960. Η κριτική του υπήρξε ολοσχερής, έτσι που η πολιτική πρότασή του για την άμεση δημοκρατία όχι μόνο δεν έχει καμία σχέση με οποιοδήποτε είδος κομματικής ή εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς αλλά επί πλέον αυτές είναι εμπόδιο στην ευδοκίμηση του προτάγματος της αυτονομίας. Αυτό σημαίνει ότι για να υπάρξει κάποια αξιόλογη προσπάθεια προς τη δημοκρατική κατεύθυνση και την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας πρέπει να γίνει πλήρης απεξάρτηση από τον Μαρξ και τον μαρξισμό και ταυτοχρόνως πλήρης απεγκλωβισμός και αποτοξίνωση από κάθε είδους Αριστερά. Η λογική του «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων» (εν μέρει Αριστερά, εν μέρει  Καστοριάδης) μπορεί να λύνει τα ατομικά και υπαρξιακά αδιέξοδα ή τις βλέψεις προσωπικής καριέρας, αλλά οδηγεί πάντα σε τερατογενέσεις και αδιέξοδα στο κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Το πρόταγμα της αυτονομίας απουσιάζει σήμερα. Το ζητούμενο που αναδύεται μέσα από το έργο του Καστοριάδη είναι η πράξις, η πολιτική δράση για την αλλαγή του υπάρχοντος ολιγαρχικού συστήματος, για την επανεμφάνιση του προτάγματος της αυτονομίας με στόχο κεντρικές θεσμικές αλλαγές. Στην προοπτική αυτή αξίζει να σημειωθεί και μία άλλη ενδιαφέρουσα συλλογική έκδοση με πολιτικά κείμενα από ομιλίες και συζητήσεις που έγιναν ανά την Ελλάδα το 2017 με τίτλο «Ο Καστοριάδης και εμείς», εκδόσεις Βαβυλωνία, 2018. Αυτή η έκδοση και το παρόν βιβλίο θα εμπλουτίσουν οπωσδήποτε τη θεωρητική και την πολιτική συζήτηση.

ΑΝΑΠΟΔΑ

Ιαν. 27, 2019

Γιώργος Ν. Οικονόμου

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας,

oikonomouyorgos.blogspot.com

 

ΤΙ ΕΧΕΙ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ;

 

Με την ευκαιρία των 200 ετών από την γέννηση του Καρλ Μαρξ, ενός από τους πιο γνωστούς στοχαστές και ταυτόχρονα από τους πιο αμφιλεγόμενους, δίνεται η ευκαιρία να εκτιμηθεί ο ρόλος του στην ιστορία των ιδεών και στην πολιτική πρακτική. Έχουν περάσει άλλωστε αρκετές δεκαετίες από τότε που ο Γερμανός στοχαστής ήταν στο επίκεντρο των συζητήσεων και των εμβληματικών κινημάτων ανά τον κόσμο. Οι ιδέες του έχουν υποστεί κριτική από ποικίλες πλευρές ενώ τις τελευταίες δεκαετίες η αίγλη του έχει υποχωρήσει. Το μεγαλύτερο πλήγμα δόθηκε μετά την κατάρρευση των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων και την εμφανή αμηχανία και αδυναμία των απανταχού μαρξιστών να δώσουν μία αξιοπρεπή απάντηση.

Από τα αρνητικά στοιχεία του έργου του δεν μπορούμε εδώ να δούμε παρά μόνο μερικά.  Ένα μεγάλο μειονέκτημα του Μαρξ ήταν το ότι υπερτίμησε τη θεωρία (του) και την παρουσίασε ως τη μοναδική «επιστημονική» αλήθεια για τον κόσμο - κυρίως την άποψή του ότι οι παραγωγικές δυνάμεις και οι σχέσεις παραγωγής είναι το καθοριστικό στην ιστορία. Επεξεργάσθηκε έτσι τη θεωρία τού «ιστορικού υλισμού», που εισήγαγε «νόμους» στην εξέλιξη της ιστορίας, δηλαδή ιστορική νομοτέλεια. Στη βάση αυτή ανήγαγε το προλεταριάτο στην καθοριστική τάξη της καπιταλιστικής ανατροπής για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού, με μεταβατικό στάδιο τον σοσιαλισμό. Αυτά όμως που ο Μαρξ θεώρησε ως «νόμους» της αντικειμενικής πραγματικότητας δεν ήταν παρά οι δικές του απόψεις που επέβαλε στην πραγματικότητα, με συνέπεια τη διαστρέβλωσή της και την στρεβλή εικόνα  της σε εκατομύρια άτομα ανά τον κόσμο.

Ένα άλλο αρνητικό στοιχείο του Μαρξ είναι η μηχανιστική αντίληψη για τον άνθρωπο που συνοψίζεται στη φράση του «Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που ορίζει το Eίναι τους, αλλά αντίστροφα το κοινωνικό τους Eίναι καθορίζει τη συνείδησή τους». Η διάψευση αυτής της θέσης μπορεί να συναχθεί από την ανθρώπινη ιστορία. Εάν οι άνθρωποι  καθορίζονταν από το κοινωνικό τους είναι δεν θα είχαν φθάσει σε άλλες καταστάσεις, σε άλλες θεσμίσεις, θα είχαν παραμείνει στο αρχικό στάδιο του υποτιθέμενου καθορισμού τους από την κοινωνική τους κατάσταση. Η αλήθεια είναι ότι το κοινωνικό είναι δεν υπάρχει αντικειμενικά, αλλά είναι ανθρώπινη δημιουργία.

Το πιο μεγάλο μειονέκτημα της μαρξικής θεωρίας που αποδείχθηκε μοιραίο είναι, κατά τη γνώμη μου, η απουσία της δημοκρατίας από το έργο του. Η απουσία αυτή φαίνεται ήδη το 1848 όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς κυκλοφορούν το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», στο οποίο ασκούν δριμεία κριτική στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και ευαγγελίζονται μία άλλη κοινωνία, την κομμουνιστική. Το «Μανιφέστο» ξεκινάει με την περίφημη φράση: «Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από την Ευρώπη - το φάντασμα του κομμουνισμού». Οι δύο συγγραφείς του εννοούσαν ότι η επικείμενη προλεταριακή επανάσταση θα ανέτρεπε την αστική εξουσία, θα εγκαθιστούσε την εργατική κυριαρχία και τον κομμουνισμό. Φυσικά οι δύο εμπνευσμένοι συγγραφείς του Μανιφέστου έπεσαν έξω, όπως και σε πολλές άλλες απόψεις και προφητείες τους. Εξέλαβαν την επιθυμία τους και τη φαντασίωσή τους ως πραγματικότητα.

Το σημαντικό όμως είναι ότι στο «Μανιφέστο»  η έννοια της δημοκρατίας απουσιάζει εντελώς, δεν απασχολεί τους συντάκτες του ούτε στα υπόλοιπα έργα τους. Κάποιες γενικές θεωρητικές σκέψεις εκφράζει ο Μαρξ μόνο στην «Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του κράτους και του δικαίου» (1843-44). Εδώ έγκειται, κατά τη γνώμη μου, ένα στοιχείο που έμελλε να παίξει βαρύνοντα αρνητικό ρόλο στα μετέπειτα χρόνια. Το στοιχείο αυτό είναι το γεγονός ότι η κριτική και η αντίσταση στον καπιταλισμό και την αστική ολιγαρχία ξεκινά και εδραιώνεται με απουσία της δημοκρατίας. Η αντίπαλη και εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό, την οποία αντιπροτείνουν ο Μαρξ και ο κομμουνισμός, ήταν η αντιδημοκρατική «δικτατορία του προλεταριάτου». Όταν λέω δημοκρατία δεν εννοώ το αντιπροσωπευτικό καθεστώς που είναι καθαρά ολιγαρχικό, αλλά την άμεση δημοκρατία.

Αυτά όλα αποδείχθηκαν ολέθρια τόσο για την σκέψη όσο και κυρίως για την πολιτική πρακτική που επιβλήθηκε σε εκατομμύρια άτομα προκαλώντας αδιέξοδα και ανθρωπιστικές ερημώσεις. Αυτά δεν σημαίνουν ασφαλώς ότι ο Μαρξ δεν έχει θετικά στοιχεία στο έργο του. Όμως τα αρνητικά καθόρισαν ένα μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Ο συγγραφέας του «Κεφαλαίου» αξίζει ασφαλώς μία θέση  στην ιστορία της σκέψης, μαζί με τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Κάντ, τον Χέγκελ. Δεν μπορεί όμως το έργο του να έχει κάποιο προνομιούχο ρόλο για την σκέψη και την πολιτική, όπως είχε παλαιότερα.

Ευτυχώς σήμερα δεν υπάρχουν πολλοί που να πιστεύουν πια στις λανθασμένες δογματικές θέσεις του Μαρξ και να θεωρούν τη θεωρία του οδηγό για πολιτική δράση. Μόνο κάποιοι αριστεροί αμετανόητοι, μαρξιστές, μεταμαρξιστές ή νεομαρξιστές προσπαθούν να αναβιώσουν εις μάτην τις ιδέες του. Υποστηρίζουν ότι, παρά τις συνεχείς αποτυχίες της, τις μεγάλες διαψεύσεις και τις έκδηλες αδυναμίες της, η μαρξική θεωρία αποτελεί τη «μία και μοναδική θεωρία για την υπέρβαση του καπιταλισμού»,  συμπληρωμένη ή διορθωμένη από τους νέους αριστερούς διανοούμενους. Έτσι όμως παραμένουν απλώς «τεφροδόχοι της κρύας στάχτης του μαρξισμού».

 ΑΝΑΠΟΔΑ

Μαρ. 10, 2018

[Δημοσιεύθηκε σε δύο μέρη, Α΄ Μέρος, στην Νέα Κοινωνιολογία, αρ. 43, Χειμώνας 2006-2007, και Β΄ Μέρος, στο Αντί, αρ. 845, Ιούνιος 2005]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

Δρ Φιλοσοφίας

Για το βιβλίο του Φ. Τερζάκη,

Το πνεύμα στην εξορία, Παπαϊωάννου-Καστοριάδης-Αξελός

Έρασμος, Αθήνα, 2003, σ. 69

 

Το βιβλίο αυτό αναφέρεται στους τρεις «εξορίστους» από το 1945 στο Παρίσι Έλληνες στοχαστές, Παπαϊωάννου (σ. 22-33), Καστοριάδη (σ. 34-59) και Αξελό (σ. 60-69). Αν και όπως φαίνεται από την ποσότητα των σελίδων, η μερίδα του λέοντος ανήκει στον Καστοριάδη, εν τούτοις το βιβλίο διαποτίζεται από την αρχή έως το τέλος από την μορφή του Παπαϊωάννου.

          Ηδη από πολύ ενωρίς, στην «Εισαγωγή» του, ο Φώτης Τερζάκης (εφεξής ΦΤ)  αφήνει τις προθέσεις του να φανούν: μείωση και υποτίμηση του Κορνήλιου Καστοριάδη (σ. 16) και «αναβάθμιση» του Κώστα Παπαϊωάννου (σ. 17). Πράγματι, ο ΦΤ αποδίδει την καστοριαδική έννοια συλλογικό φαντασιακό στην έννοια «ιστορικό ασυνείδητο» του Παπαϊωάννου, και την καστοριαδική κριτική του μαρξισμού «ως ιδεολογία της ετερονομίας», στις υποδείξεις του Παπαϊωάννου σχετικά με τον «τεχνικισμό» του Μαρξ (σ. 19, 27 ). Όμως οι οφειλές ενός στοχαστή σε κάποιον άλλον είναι ένα θέμα που χρειάζεται συζήτηση, αναλυτική και πειστική, και όχι βιαστικούς αφορισμούς αυτού του είδους, και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν μειώνει την αξία του πρώτου ούτε αυξάνει την αξία του δευτέρου,  πράγμα που κάνει με απλοϊκό τρόπο ο ΦΤ, ο οποίος εξυψώνει τον Παπαϊωάννου και τον τοποθετεί στην κορυφή της τριάδας των τριών «εξορίστων» φιλοσόφων: «Παρότι λίγο νεώτερος απο τους άλλους, ο Παπαϊωάννου - σήμερα το βλέπουμε καθαρά - υπήρξε ο πλέον ευαίσθητος και βαθύς, ο πλέον ρηξικέλευθος από τους τρείς, στον οποίο χρωστούν ήδη πολλά οι άλλοι δύο» (σ. 17). Η άποψη αυτή της «εισαγωγής» επαναλαμβάνεται ακόμη τρείς φορές στη συνέχεια: σχεδόν αυτούσια όταν εξετάζει το έργο του Καστοριάδη (σ. 39), και μάλιστα σε όλη σχεδόν την σελίδα αναφέρει πάλι την προσφορά του Παπαϊωάννου. Επαναλαμβάνεται επίσης με παραλλαγή όταν εξετάζει  το έργο του Αξελού (σ. 62), και φυσικά πάλι όταν εξετάζει το έργο του ίδιου του Παπαϊωάννου.

          Αυτή η λάιτμοτιβ άποψη είναι βεβαίως  μια προσωπική γνώμη του ΦΤ, την οποία δεν την αποδεικνύει - θέμα γούστου που θάλεγε και ο αείμνηστος Παναγιώτης Κονδύλης. Αυτή όμως αφορά την παρέα του ΦΤ και δεν είναι σοβαρή δημόσια κριτική, της οποίας η δεοντολογία επιβάλλει την υποστήριξη των απόψεων, θετικών και αρνητικών, με ανάλυση και επιχειρήματα. Η ένστασή μου αυτή δεν θέλει να υποτιμήσει την αξία και την θεωρητική προσφορά του Παπαϊωάννου, αλλά να διαφωνήσει με την οιονεί δημοσιογραφική αντίληψη των φιλοσοφικών καλλιστείων που αναπτύσσει ο ΦΤ.

         Εκτός του Παπαϊωάννου, ο ΦΤ αποδίδει και όλες σχεδόν τις άλλες κύριες ιδέες του Καστοριάδη σε κάποιον άλλον στοχαστή, με σκοπό να μειώσει την πρωτοτυπία του (σ. 42, 46, 47, 49, 50, 51). Και σε αυτήν την περίπτωση ο ΦΤ πάλι δεν παραθέτει όχι μόνο ανάλυση και επιχειρήματα αλλά ούτε καν παραπομπές ή έργα,  παρά μόνο ορισμένα ονόματα. Ακόμη και όταν μια φορά αναφέρεται στην «πρωτότυπη συμβολή του Καστοριάδη» (σ.49), σπεύδει αμέσως να την αποδυναμώσει αναφέροντας τα ονόματα του Χούσσερλ και του Gombrich, και αμέσως πριν, τα ονόματα του Καντ, του Χάιντεγκερ και του Φρόυντ, έτσι που η πρωτοτυπία του Καστοριάδη δεν είναι σαφής και ουσιαστικώς εξαφανίζεται.

        Ο ΦΤ γράφει επίσης: «η υπέρμετρη φιλοδοξία του [Καστοριάδη] τον οδηγεί σε μιά – εξεζητημένη πολλές φορές - προσωπική ορολογία, η οποία ... συχνότατα χρησιμεύει στο να κρύβει το χρέος του Καστοριάδη σε κάποιους θεωρητικούς του προδρόμους» (σ.45). Η αλήθεια είναι διαφορετική. έκαστος φιλόσοφος όταν συλλαμβάνει με τον δικό του τρόπο (ίδιον) τον κόσμο, την κοινωνία, την ιστορία και τον άνθρωπο, οδηγείται και στην αντίστοιχη προσωπική ορολογία, σχηματίζει το δικό του λεξιλόγιο. Ετσι και ο Καστοριάδης ανέπτυξε την ορολογία του, στην αρχή ξένισε, αλλά τελικώς  επέβαλε πολλούς όρους μεταξύ των οποίων «φαντασιακό», «θέσμιση», «φαντασιακές σημασίες», «πρόταγμα», «αυτονομία», «δημιουργία εκ του μηδενός», κ.ά. που είναι ήδη κοινοί τόποι και στα χείλη των περισσοτέρων. Ποια λοιπόν ορολογία θεωρεί ο ΦΤ εξεζητημένη; Η  ορολογία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στην εποχή της δεν θα χαρακτηριζόταν εξεζητημένη με τους νεολογισμούς που εισήγαγαν; Η δαιδαλώδης ορολογία του Καντ λ.χ. της πρώτης κριτικής είναι εξεζητημένη; Η μήπως του Χέγκελ και του Μαρξ; Ποια είναι, τέλος, αυτή η «υπέρμετρη φιλοδοξία» του Καστοριάδη στην οποία αναφέρεται ο ΦΤ ;

     Στην σ. 46 επαναλαμβάνει επίσης ο ΦΤ ότι ο Καστοριάδης «ήταν πάντα απρόθυμος να αναγνωρίζει τις επιρροές του» πράγμα που είναι λανθασμένο, διότι πολλές φορές αυτό γίνεται, όπως δύναται να διαπιστώσει ο προσεκτικός και αμερόληπτος αναγνώστης. Παραθέτουμε ορισμένες ενδείξεις,  λ.χ. στην Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας  ή στο Fait et a Faire, οι πηγές εμπνεύσεως του Καστοριάδη δηλώνονται ρητώς, όπου εκτός του Καντ, του Χέγκελ, του Μαρξ, του Βέμπερ, του Φρόυντ, και της Μελανί Κλάιν αναφέρονται επίσης ο Αριστοτέλης, οι σοφιστές, ο Μοντεσκιέ, ο Φίχτε, ο Χάιντεγκερ κ.ά. Οσον αφορά την διαμόρφωσή του επίσης αναφέρει τους γονείς του, ορισμένους καθηγητές του στο Γυμνάσιο-Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο και τον Στίνα.  

            Ο ΦΤ αποδίδει επί πλέον στον Καστοριάδη «προσποίηση επιστημονικότητας ή φιλοσοφικού προφητισμού», πάλι χωρίς εξήγηση και δικαιολόγηση της απόψεώς του (σ. 19). Η άποψη αυτή αδικεί τον Καστοριάδη, ο οποίος είναι από τους λίγους σπανίζοντες σημερινούς φιλοσόφους, ο οποίος προσπάθησε να στηρίξει και να δικαιολογήσει τις απόψεις του χρησιμοποιώντας στοιχεία και επιχειρήματα από όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού, με τον ζήλο και την γνώση του ειδικού  σε έκαστο τομέα. Φιλοσοφία, Ψυχανάλυση, Μαθηματικά, Φυσική, Βιολογία, Επιστημολογία, Πολιτική, Κοινωνιολογία, Οικονομία, Γλωσσολογία, Εθνολογία, Λογοτεχνία αρχαία και νέα, διατρέχουν το έργο του όχι ευκαιριακώς και δευτερευόντως, αλλά ουσιαστικώς και λειτουργικώς, προσφέροντας αρμούς και βασικά στοιχεία στην οικοδόμηση της αναλύσεως και της σκέψεώς του. Οποιος έχει διατρέξει την Φαντασιακη θέσμιση της κοινωνίας, και άλλα κείμενά του μένει κατάπληκτος από τον πλούτο των αναλύσεων, την γνώση όλων των ανωτέρω επιστημών, την κριτική ανάλυση ειδικών θεμάτων, την πρωτοτυπία και την προσωπική ματιά της κριτικής του, το εύρος και την συνθετότητα των θεμάτων. Οσον αφορά τον «φιλοσοφικό προφητισμό» δεν υπάρχει τέτοιος στον Καστοριάδη, όπως υπάρχει λ.χ. στον Πλάτωνα, στον Χέγκελ ή τον Μάρξ.  άν ο ΦΤ τον συγχέει με την πολιτική ανάλυση και τις πολιτικές εκτιμήσεις του Καστοριάδη, αυτό είναι άλλο θέμα και θα επανέλθω επ’ αυτού προς το τέλος του κειμένου.        

        Ο ΦΤ φαίνεται να ενοχλείται από την αίγλη και το κύρος του Καστοριάδη, που το θεωρεί «πολύ ευρύτερο απ’ ότι φυσιολογικά δικαιούται» και προσπαθεί να το μειώσει αποδίδοντάς το σε «μιά ειδική συγκυρία» (σ. 37). Αυτό που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη δεν ήταν καμιά ειδική συγκυρία. αντιθέτως αυτή ήταν αντίθετη στις πρωτοπόρες και ρηξικέλευθες ιδέες του κατά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, κατά τις οποίες υπήρξε απόλυτη σιωπή για το έργο του. Ο Καστοριάδης αναγνωρίζεται στην Γαλλία μετά τον Μάη ’68 και κυρίως μετά την δημοσίευση της Φαντασιακής θέσμισης της κοινωνίας  το 1975,  και στην Ελλάδα κατά  την δεκαετία του ’80. Αυτό λοιπόν που έδωσε αίγλη και κύρος στον Καστοριάδη ήταν η αξία του έργου του, η βαθύτητα, το εκπληκτικό εύρος των ενδιαφερόντων του, η δύναμη της επιχειρηματολογίας του, η εμβέλειά  του ως καθολικού στοχαστή, κριτικού διανοητή και εικονοκλάστη φιλοσόφου, που δεν δίστασε να αντιπαρατεθεί με όλες τις ορθοδοξίες και τα ιερά τέρατα, τις κυρίαρχες και καθιερωμένες αντιλήψεις.

         Τι σημαίνει επίσης αυτό το προκρούστειο «απ’ ό,τι φυσιολογικά δικαιούται»; Ποιός ορίζει και ποιός κρίνει το «φυσιολογικό»; - εκτός βεβαίως του ΦΤ.   Εκφράσεις τοιούτου είδους στερούνται νοήματος όπως επίσης και η φράση του ότι ο Καστοριάδης στην κριτική τού μαρξισμού «στάθηκε περισσότερο υψηλόφωνος από τον καθέναν - υψηλόφωνος μέχρις υποψίας» (σ. 17). Τι υποψιάζεται δηλαδή ο ΦΤ και δεν ενημερώνει και τους άλλους; Εδώ εμφωλεύει μια περίεργη αντίληψη περί μέτρου και  ορίου που διακατέχει τον ΦΤ, και την οποία δεν διευκρινίζει. Αντιθέτως απ’ ό,τι πιστεύει ο ΦΤ, ο Καστοριάδης δεν υπήρξε «υψηλόφωνος» και οι ιδέες του όπως λ.χ. για το φαντασιακό, για την ιστορίαωςποίησιν, για την δημιουργία εκ του μηδενος, για την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία, όχι μόνο δεν έχουν αίγλη αλλά ούτε  συζητούνται στην σύγχρονη εποχή της ασημαντότητας και της ιδιώτευσης, εκτός ενός περιορισμένου κοινού. Επιβάλλεται λοιπόν οι ιδέες αυτές να συζητηθούν από ευρύτερα στρώματα, δικαιούνται ευρύτερης προβολης ως αντίδοτο στην εξαιρετικώς στείρα εποχή και στην ένδεια του φιλοσοφικού και του πολιτικού λόγου.

       Μιά άλλη αντίληψη του Καστοριάδη, με την οποία δεν συμφωνεί ο ΦΤ, είναι η άμεση δημοκρατία και προτείνει να μετριάσουμε «κάπως τη δοξαστική αντιμετώπιση της ελληνικής δημοκρατίας» (σ. 57). Δηλαδή τι προτείνει, ποιες πολιτικές προτάσεις κομίζει ο ΦΤ σε αντιδιαστολή με την αυτονομία και την άμεση δημοκρατία; Πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ ο ΦΤ ασκεί κριτική σε πολιτικές θέσεις και στο πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας, εν τούτοις δεν παρουσιάζει ουδεμία δική του πολιτική θέση. Αυτό δύναται κάλλιστα να ερμηνευθεί ως ένα είδος μεταμοντερνισμού, αλλά όταν ασκείται κριτική ή απόρριψη, πρέπει να διασαφηνίζεται γιατί ασκείται αυτή η κριτική ή τέλος πάντων τι προτείνεται ως πιο σωστό ή εφικτό. Διαφορετικά η απόρριψη είναι τυφλή και μηδενιστική.   

          Χαρακτηρίζει επίσης ο ΦΤ το πρόταγμα της αυτονομίας ως «αμφιλεγόμενο». Αυτή την άποψη ο ΦΤ  δεν την υποστηρίζει με επιχειρήματα αλλά με μιά ρητορική ερώτηση: πώς έγινε δυνατό αυτό το στοιχείο της αυτονομίας «να καταπνιγεί  από δυνάμεις όχι εξωτερικές, αλλά δυνάμεις που αναδύθηκαν μεσ’ από την ίδια του την εκδίπλωση;». Την απάντηση θα έχει ο ΦΤ όταν διασαφηνίσει ποιες είναι αυτές οι «δυνάμεις», τις οποίες δεν προσπαθεί να συγκεκριμενοποιήσει. Από την άλλη η αιτιολογία που προτείνει ο ΦΤ για την ανάδυση της ελληνικής δημοκρατίας αφ’ενός είναι ευφάνταστη ταυτολογία και γι’ αυτό δεν μπαίνει στον κόπο και ο ίδιος να επιχειρηματολογήσει,  και αφ’ετέρου την διατυπώνει με όρους που ακροβατούν σε κενό, ταυτοχρόνως φραστικό, πολιτικό και ιστορικό (με τα ίδια του τα λόγια και υπογραμμίσεις δικές μου, σ. 57: «Σε ένα πιο παρατηρητικό μάτι η ελληνική δημοκρατία του 5ου π.Χ. αιώνα θα μπορούσε να φανεί ως το πολύ ιδιαίτερο προϊόν μιας εξαιρετικά λεπτής και πρόσκαιρης ισορροπίας ανάμεσα  σε δύο ασύμβατες εν πολλοίς ιστορικές κληρονομιές».

 

        Οσον αφορά την «εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ρητορική υπεράσπισης του δυτικού πολιτισμού» εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), πρέπει να σημειωθεί ότι ο ΦΤ έχει σύγχυση και δεν διακρίνει τι ακριβώς υπερασπίζεται ο Καστοριάδης από τον ελληνο-δυτικό πολιτισμό. Πράγματι ο Καστοριάδης δεν τον υπερασπίζεται συλλήβδην, αλλά μόνο τις δημοκρατικές κατακτήσεις, ελευθερίες, και δικαιώματα, την κριτική σκέψη και αμφισβήτηση, την χειραφέτηση των γυναικών και της νεολαίας, τον χωρισμό εκκλησίας και κράτους, των οποίων δημιουργός και φορέας είναι αυτός  ο πολιτισμός (ο όρος «αστικός» που χρησιμοποιεί ο ΦΤ δεν είναι του Καστοριάδη και δημιουργεί συγχύσεις, σ. 56). Με άλλα λόγια ο Καστοριάδης υπερασπίζεται το πρόταγμα της αυτονομίας και της δημοκρατίας, το οποίο δημιουργήθηκε εντός αυτού του πολιτισμού και σε κανέναν άλλον. Αντιθέτως καταγγέλλει την άλλη πλευρά του που είναι ο καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός, η εκμετάλλευση, η καταπίεση, η αλλοτρίωση, η ψευδοορθολογικότητα,  η κατανάλωση, η τηλεθέαση και η ιδιώτευση των ατόμων. Ό Καστοριάδης επίσης είναι ο πρώτος που καταγγέλει τα σημερινά δυτικά πολιτεύματα - που αυτοχαρακτηρίζονται και θεωρούνται από πολλούς δημοκρατίες - ως ουσιαστικές ολιγαρχίες. Αλήθεια τι γνώμη έχει επ’ αυτού ο ΦΤ, και γιατί αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί; Δεν υπερασπίζεται αυτές τις κατακτήσεις; Δεν συμφωνεί ότι τα πολιτεύματα αυτά είναι ολιγαρχίες;

        Αναφέρεται επίσης ο ΦΤ στην «κατ’ ουσίαν δικαιολόγηση της αμερικανικής επέμβασης στο Ιράκ» το 1991 εκ μέρους του Καστοριάδη (σ. 57), χωρίς πάλι να αναφέρει τις πηγές του. Προκαλώ τον ΦΤ να αναφέρει την πηγή του δημοσίως, αρκεί να μην συγχέει την αιτιολόγηση με την δικαιολόγηση- πράγμα που συμβαίνει πολύ συχνά με πολλούς Νεοέλληνες.

        Ο ΦΤ κάνει χρήση των διαισθητικών του ικανοτήτων και διαπιστώνει δήθεν στον Καστοριάδη, την τελευταία δεκαετία της ζωής του, «μιά ορισμένη κόπωση, μιάν αδιόρατη απογοήτευση απέναντι στην παρούσα πραγματικότητα των δυτικών κοινωνιών...» (σ. 59). Το  γεγονός ότι ο Καστοριάδης διαπιστώνει την έκλειψη του προτάγματος της αυτονομίας, την φρενήρη εξάπλωση της κατανάλωσης και της τηλεθέασης, την γενικευμένη αδιαφορία των δυτικών κοινωνιών για τα κοινά, δεν σημαίνει ότι γίνεται «όλο και λιγώτερο βέβαιος» για την πραγμάτωση του προτάγματος. Ουδέποτε ο Καστοριάδης έθεσε το ζήτημα της αυτονομίας με τους όρους που το θέτει ο ΦΤ – αισιόδοξος και απαισιόδοξος, βέβαιος και αβέβαιος- αλλά με τους όρους «δυνατό» και «αδύνατο». δηλαδή το πρόταγμα της αυτονομίας είναι πάντοτε δυνατό για τον Καστοριάδη, και αυτό υπεστήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του. Άλλωστε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του σχεδίαζε μαζί με άλλους την έκδοση μιας εφημερίδας ή ενός περιοδικού, το οποίο δεν θα ήταν θεωρητικό όργανο, αλλά μιά προσπάθεια διαύγασης και επεξεργασίας της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας των τελευταίων χρόνων, και σύνδεσής της με την πραγματικότητα της εποχής του (το 1996).

           Ούτε επίσης ο Καστοριάδης πίστευε ότι το πρόταγμα είναι «ουτοπικό», όπως υπαινίσσεται ο ΦΤ (σ.59), αλλά εφικτό και ρεαλιστικό από την στιγμή που αυτό είναι δημιουργία της ελληνο-δυτικής ιστορίας, ανήκει στην παράδοσή μας, από την στιγμή που υπήρξε μερική πραγμάτωσή του στην αρχαία δημοκρατία και τους Νέους Χρόνους με την Αναγέννηση, τον Διαφωτισμό, τις αστικές επαναστάσεις, όπως και τις νεώτερες μορφές του με το εργατικό κίνημα, τα κινήματα της δεκαετίας του ’60, το κίνημα των γυναικών, το οικολογικο κίνημα κ.λπ. Ολα αυτά άφησαν ανεξίτηλα σημάδια στους ανθρώπους και στους θεσμούς και ενσαρκώθηκαν σε δικαιώματα, ελευθερίες, χειραφετήσεις, ουσιαστικές συζητήσεις που παραμένουν ανοικτές και ζητούν τους συνεχιστές τους.     

             Το εγχείρημα υποτίμησης του Καστοριάδη εκ μέρους του ΦΤ περατούται με το «μείζον επιχείρημα» του, που είναι ορισμένες θέσεις του βιβλίου Μπροστά στον πόλεμο (1981). Όμως πάλι ο ΦΤ κατά την προσφιλή του μέθοδο δεν αναφέρει συγκεκριμένες θέσεις, παρά ομιλεί γενικώς και αορίστως περί διαψεύσεως των «στρατηγικών εκτιμήσεων» του Καστοριάδη (σ. 58). Οπως θέτει το ζήτημα ο ΦΤ, είναι ως να υπήρξαν  άλλοι αναλυτές που επαληθεύθηκαν στις εκτιμήσεις τους, πράγμα που δεν ισχύει, αφού ουδείς αναλυτής, στοχαστής, πολιτικός ή άλλος επιστήμων προέβλεψε ή ανέμενε την εξέλιξη των γεγονότων στην πρώην ΕΣΣΔ, όχι μόνο το 1980 αλλά ούτε επίσης το 1985 ή το 1988.

        Αυτό όμως που είναι απαράδεκτο είναι η αυθαίρετη εικασία του ΦΤ, χωρίς τεκμηρίωση και στήριξη, ότι «τα στοιχεία που παραθέτει ο Καστοριάδης φωτογραφίζουν ακριβώς τις διεθνείς εκτιμήσεις του Πενταγώνου» και ότι «ο Καστοριάδης δεν αποκλείεται να επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς στοιχεία τα οποία άφηναν οι Αμερικανικές Υπηρεσίες να φθάσουν ως αυτόν, ελπίζοντας βεβαίως από την δική τους πλευρά ότι θα μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν» (σ.58). Κατ’ αρχήν τα στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Καστοριάδης στο βιβλίο του δεν τα έλαβε από τις Αμερικανικες Υπηρεσίες, αλλά από επίσημες και ανεπίσημες έγκυρες διεθνείς δημόσιες πηγές, τις οποίες αναφέρει στο βιβλίο του ρητώς και αναλυτικώς - οι πάντες δύνανται να τις ελέγξουν-, και τις οποίες χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν και άλλοι. Δεύτερον μπορεί να μας εξηγήσει ο ΦΤ πώς χρησιμοποίησαν οι Αμερικανοί τον Καστοριάδη, στο διάστημα ’81- ’91 και να δικαιολογήσει την «αθέμιτη συστράτευση» που του αποδίδει; Είναι λίγο δύσκολο εξάλλου να φαντασθούμε τις Αμερικάνικες Υπηρεσίες να ασχολούνται με τον Καστοριάδη, και με την διοχέτευση πλαστών πληροφοριών έτσι ώστε αυτές να φθάσουν σ’ αυτόν, ο οποίος να τις γράψει και εν συνεχεία... κ.λπ. Θυμίζει ολίγον τι σενάριο ψυχροπολεμικής ταινίας με τον πράκτορα 007, και φυσικά την περίφημη συνωμοσιολογία των διεθνών υπηρεσιών, στην οποία αρκούντως με περισσή ευκολία επιδίδονται πολλοί Νεοέλληνες.

         Επι πλέον είναι γνωστό ότι ο Καστοριάδης από πολύ ενωρίς ασχολείται με την ανάλυση της ΕΣΣΔ ή Ρωσσίας, ήδη απο το 1949 στα κείμενα του στο Socialisme ou Barbarie, και κατά διαστήματα επανέρχεται, και της ασκεί παντοιοτρόπως κριτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καστοριάδης είχε «φιλοδοξία να γίνει σύμβουλος της διεθνούς πολιτικής» (sic) όπως νομίζει ο ΦΤ (σ. 58), ούτε την δεκαετία ’50 και ’60 – που ουδεμία υπηρεσία ασχολείτο μαζί του ούτε επίσης περισσότερο την δεκαετία ’80.  Απλώς ο Καστοριάδης θεωρεί ότι είναι έργο άξιο του φιλοσόφου να ασχολείται με την ανάλυση και διαύγαση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας και όχι μόνο με τα αφηρημένα προβλήματα του Είναι, της υπάρξεως ή της αλήθειας. Αν και μερικές φορές οι πολιτικές εκτιμήσεις δύνανται να διαψευσθούν, όπως άλλωστε έχει παραδεχθεί και ο ίδιος ο Καστοριάδης. Το πεδίο αυτό ασφαλώς δεν είναι εύκολο, αλλά ο Καστοριάδης αναλαμβάνει το ρίσκο, εν αντιθέσει με άλλους στοχαστές που απέχουν σκανδαλωδώς όχι μόνο από την πρακτική δράση αλλά και την πολιτική και κοινωνική ανάλυση, την κριτική των συγχρόνων πολιτευμάτων και πρακτικών (Σημειωτέον ότι ο Παπαϊωάννου απείχε από αυτά, και ήταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από ό,τι ο Καστοριαδης). Ο Καστοριάδης δεν είναι ο θεωρητικός του γραφείου και ο ακαδημαϊκός φιλόσοφος του Πανεπιστημίου. Είναι ο στοχαστής που τοποθετείται απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα που συγκλονίζουν την εποχή του, παίρνει θέση, αναλύει, μάχεται. Αυτή  άλλωστε η ενασχόληση του Καστοριάδη με τα πολιτικά ζητήματα του έδωσε μιά ιδιαίτερη θέση στην πνευματική και πολιτική ιστορία. Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι ο αγώνας του Καστοριάδη θεωρητικός, πολιτικός και πρακτικός κατά του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού και ιμπεριαλισμού συνέβαλε σημαντικώς στην απαξίωση και την ιδεολογική και ηθική κατάρρευσή του.

      Eίναι εμφανές ότι εδώ ασχολούμαστε με τις απόψεις του ΦΤ που αφορούν τον Καστοριάδη μόνο, και όχι με άλλες απόψεις του, όπως λ.χ το ότι φαίνεται να πιστεύει ότι κάθε «πολιτισμικός κόσμος» βαδίζει στα «ιστορικά πεπρωμένα του» (σ. 21). Η  αντίληψη αυτή είναι ξεπερασμένη στην φιλοσοφία, την κοινωνιολογία και την πολιτική. δεν υπάρχει πεπρωμένο και μοίρα, απλώς οι πολιτισμοί αναδύονται, σχηματίζουν την ταυτότητά τους  και... υπάρχουν. Το «πεπρωμένο» παραπέμπει σε κάποια τελεολογία, σε κάποια βούληση ή μοίρα, πρόνοια ή σχέδιο, προερχόμενα δήθεν από την Φύσιν, τον Θεό,  τον Λόγο ή τους «νόμους της ιστορίας». Παραθέτουμε λοιπόν, τελειώνοντας, ορισμένες ανακρίβειες και λάθη που υπάρχουν στο βιβλιαράκι του ΦΤ:

          Ο Καστοριάδης κατά τον ΦΤ για «ένα μεγάλο διάστημα, στη Γαλλία πλέον, θα παρέμενε στην ακτίνα δράσης του επαναστατικού τροτσκισμού» (σ. 16). Η αλήθεια είναι ότι παρέμενε δύο περίπου έτη (1945-47) στο τροτσκιστικό κόμμα - δηλαδή  στην ηλικία των είκοσι έξι (26) ετών αποχωρεί οριστικώς και διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον τροτσκισμό. Συνεπώς όταν εκδίδει το Socialisme ou Barbarie (1949) δεν συνδέεται με τον τροτσκισμό, όπως πιστεύει ο ΦΤ (σ. 37).

         Ο ΦΤ λέει ότι ο Καστοριάδης  στα τέλη της δεκαετίας του ’60 διετύπωσε την κριτική του μαρξισμού ως «ιδεολογία της ετερονομίας» (σ. 19). Η αλήθεια είναι ότι η κριτική αυτή διατυπώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Το σχετικά κείμενα του Καστοριάδη είναι: «Το επαναστατικό κίνημα στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1960), «Να ξαναρχίσουμε την επανάσταση» (1964), «Μαρξισμός και επαναστατική θεωρία» (1964-65).  Βεβαίως η κριτική του Καστοριάδη όσον αφορά τις απόψεις τού Μαρξ για την πολιτική και την οικονομία (Κεφάλαιο)χρονολογούνται από την δεκαετία του ’50, όταν δηλ. άρχισε και η κριτική του Παπαϊωάννου.

       Το περιοδικο Socialisme ou Barbarie, εκδιδόταν την περίοδο 1949 -1965 και όχι την περίοδο 1948-1966 που αναφέρει ο ΦΤ (σ. 37). Επίσης τα κείμενα του Καστοριάδη της περιόδου αυτής έχουν εκδοθεί όχι μόνο σε δύο (δίτομα) έργα, όπως αναφέρει ο ΦΤ (σ. 43),  αλλά και σε άλλα τέσσερα έργα: Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση (δύο τόμοι), Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού, Η Γαλλική κοινωνία. Επίσης Η Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας εξεδόθη στα γαλλικά το 1975 και όχι το 1974 που γράφει ο ΦΤ - και στα ελληνικά το 1981 και όχι το 1978, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 46). Το βιβλίο Μπροστά στον πόλεμο δεν είναι δίτομο, όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 57), αλλά μόνο ένας τόμος - δεύτερος δεν εκδόθηκε ποτέ. Επίσης, ο Ιάννης Ξενάκης δεν διέφυγε στην Γαλλία το 1945 με το πλοίο «Ματαρόα», όπως γράφει ο ΦΤ (σ. 10),  αλλά δύο χρόνια αργότερα το 1947.

        Τέλος, ο ΦΤ γράφει ότι ο θάνατος του Καστοριάδη «έγινε δεκτός με προσποιητή συγκίνηση απ’ όλους, φίλους και εχθρούς, από εκείνους που μοιράστηκαν μαζί του οράματα και σκοπούς...» (σ. 34). Αυτή η απόλυτη γενίκευση είναι βεβαίως μία υποκειμενική αυθαιρεσία, αστήρικτη και αδικαιολόγητη, και είναι επί πλέον μειωτική και υβριστική για  τους φίλους, μαθητές και συνοδοιπόρους του μεγάλου φιλοσόφου και αγωνιστή, που πράγματι διαπιστώνουν με ολοένα και περισσότερη οδύνη την απουσία του σε αυτούς τους αφάνταστα δύσκολους και κίβδηλους καιρούς. Σε αυτά, συνεπώς, που γράφει ο ΦΤ για τον Καστοριάδη υποβόσκει αφ’ενός κάποια εμπάθεια - είναι ως να ενοχλείται που ο Καστοριάδης υπήρξε μεγάλος και επικίνδυνος στοχαστής - και αφ’ έτέρου κάποια έπαρση, και προσπαθεί παντοίω τρόπω να τον μειώσει, να τον «αποκαθηλώσει», χωρίς στήριξη και επιχειρηματολογία.  

ΑΝΑΠΟΔΑ